ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ελεγεία γι’ αυτά που χάθηκαν για πάντα

Ας ξεκινήσουμε ανορθόδοξα: όχι με τον Παντελή Βούλγαρη και τη συγκινητική «Ψυχή βαθιά», αλλά με τον Κεν Λόουτς και το «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι», όπου παρατίθενται ρεαλιστικά και διαλεκτικά οι λόγοι (ιστορικοί, οικονομικοί, πολιτικοί, ιδεολογικοί) που οδήγησαν την Ιρλανδία στον Εμφύλιο. Ο πρωτότυπος τίτλος («Τhe Wind that Shakes the Barley», που παραπέμπει σε ένα στάχυ λυγισμένο από τον άνεμο) είναι αταίριαστος για μια ταινία απογυμνωμένη από λυρισμό. Περιγράφει όμως εύγλωττα το άτομο που παρασύρεται μαζί με όλες τις αντιφάσεις του στη δίνη μιας ταραγμένης εποχής, κι ενίοτε τσακίζεται για να γίνει μια λεπτομέρεια της Ιστορίας άλλοτε ηρωική κι άλλοτε απωθημένη. Ο Λόουτς προσεγγίζει την Ιστορία με όρους καθαρού πολιτικού σινεμά.

Ο Βούλγαρης στην «Ψυχή βαθιά» φτάνει προσεκτικά μέχρι το τραύμα του ελληνικού Εμφυλίου με οδηγό το (μελό) δράμα. Η ματιά του, η ίδια με αυτή που διακρίνει το σύνολο του έργου του, είναι ανθρωποκεντρική και η ταινία του κάτι περισσότερο από μια πολιτικώς ορθή ιστορία για την εθνική συμφιλίωση 60 χρόνια μετά το τέλος του αδελφοκτόνου πολέμου. Είναι ένα άσμα πένθιμο και διόλου ηρωικό γι’ αυτά που χάθηκαν για πάντα. Μετά τον Εμφύλιο τίποτα στην Ελλάδα δεν ήταν όπως πριν. Ετσι συμβαίνει σε κάθε Εμφύλιο. Ας μην προσδοκά κανείς μια απάντηση για το σωστό, ή το λάθος, το δίκιο ή το άδικο σε ό, τι αφορά αυτή τη μελανή σελίδα της νεώτερης ελληνικής Ιστορίας. Η «Ψυχή βαθιά» έχει μεν στοιχεία πολιτικού δράματος, αλλά ουσιαστικά είναι ένα ρέκβιεμ για την Ελλάδα με αφορμή τον Εμφύλιο.

Το τέλος της αθωότητας

Ο Βούλγαρης κινηματογραφεί την καθημερινότητα και όχι την Ιστορία. Τοποθετεί τον φακό του απέναντι σε μικρούς ανώνυμους ανθρώπους και μεγεθύνει λεπτομέρειες ενός πολέμου που δεν ήταν παράλογος (κανένας πόλεμος δεν είναι παράλογος) αλλά δεν είχε τίποτα το ηρωικό. Ετσι φαίνεται η πλευρά μιας τραγωδίας που καταδίκασε τον ηττημένο σε εξορία ή σε διωγμό διαρκείας και τον νικητή να ‘χει το κεφάλι σκυμμένο. «Αυτός δεν είναι πόλεμος. Είναι ντροπή» ψιθυρίζει ένας τραγικός Θανάσης Βέγγος στην πιο συγκλονιστική στιγμή της ταινίας.

Η «Ψυχή βαθιά» είναι μια τοιχογραφία του Εμφυλίου με εικόνες φρίκης και καμένης γης (από τις ναπάλμ των Αμερικανών), αλλά και με έναν λυρισμό που της δίνει διαστάσεις ελεγείας για το τέλος της αθωότητας. Ο αδελφός σκοτώνει τον αδελφό σε μια επίγεια κόλαση: η φύση δεν είναι πια το χωράφι, το μαντρί, ή το γαλήνιο δάσος, αλλά ένα πεδίο μάχης.

Η «Ψυχή βαθιά» είναι η φωνή μιας μάνας (η Ελλάδα) που ακούγεται οφ στην αρχή για να μας επισημάνει πως αυτή είναι ο αφηγηματικός άξονας της ταινίας, ενώ ο σκηνοθέτης πασχίζει να κρατηθεί σε μια ουδέτερη ιδεολογικά ζώνη.

Η θάλασσα μέσα τους

Αν επιχειρούσαμε να τοποθετήσουμε αυτή την ταινία του Βούλγαρη μέσα στο σώμα του ελληνικού κινηματογράφου θα ‘πρεπε να θυμηθούμε την εικόνα της «καημένης πατρίδας» (κατά τον Ηλία Πετρόπουλο) στον ποιητικό «Ουρανό» του Τάκη Κανελόπουλου (1962) γύρω από το αλβανικό έπος. Και το αδιέξοδο των εννέα ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού στην «Κάθοδο των εννιά» του Χρήστου Σιοπαχά (1984, από το ομότιτλο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού).

Ο θάνατος στην «Κάθοδο των εννιά» έχει μια διάσταση επική καθώς οι εννέα ηττημένοι κατεβαίνουν από την κορυφή του βουνού προς τη θάλασσα. Ο Σιοπαχάς τους κινηματογραφεί με γενικά πλάνα σε μια φύση που οργιάζει (είναι ο μήνας του θερισμού στην Πελοπόννησο) αδιαφορώντας για το δράμα τους. «Θέλω να φτάσω μέχρι τη θάλασσα. Να μπω μέσα της και να ξεπλυθώ. Ομως, όλοι οι δρόμοι είναι κομμένοι» λέει ένας από τους εννέα.

Στην αλληγορική «Κάθοδο των εννιά», όπου το θέμα δεν είναι το άτομο αλλά η Ιστορία, η θάλασσα είναι η ελπίδα για τη σωτηρία των ανταρτών, αλλά και η προοπτική για το όραμα της ηττημένης Αριστεράς. Την ίδια θάλασσα θέλει να δει έστω για μια φορά στη ζωή της και μια αντάρτισσα του Δημοκρατικού Στρατού στην «Ψυχή βαθιά». Το εξομολογείται λίγο πριν σταθεί όρθια στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το πλάνο είναι κοντινό και η προοπτική χάνεται στο βάθος των ματιών της.

Δείτε

Ψυχή βαθιά (2009)

Εξήντα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου ο Παντελής Βούλγαρης ρίχνει φως στο σώμα της Ελλάδας για να φανεί το τραύμα του. Λίγο αμήχανος στο ξεκίνημα (όπου η «Ψυχή βαθιά» είναι σαν αντίλαλος χολιγουντιανής πολεμικής ταινίας) με εικόνες που περιγράφουν τη φρίκη του αδελφοκτόνου πολέμου. Πιο ουσιαστικός στη συνέχεια, καθώς το βάρος της σκηνοθεσίας μετατοπίζεται στα ενδιάμεσα της δράσης και σε πρόσωπα ανώνυμων ανθρώπων που παρασύρονται απ’ τη δίνη του πολέμου: στον ανθυπολοχαγό Τριαντάφυλλο (πολύ καλός ο Γιώργος Συμεωνίδης), στον Καπετάν Ντούλα που βαδίζει στο χείλος της απόγνωσης και της παράνοιας (ο Βαγγέλης Μουρίκης παίζει με τη μανιέρα του και όχι με την ψυχή του), στην αντάρτισσα Γιαννούλα (Βικτώρια Χαραλαμπίδου).

Στα μισά περίπου της διαδρομής ο Βούλγαρης αποστασιοποιείται από το λόγο της Αριστεράς αλλά και της Δεξιάς δίνοντας ένα άλλο περιεχόμενο στο λεγόμενο «Παιδομάζωμα». Εστιάζει την προσοχή του σε δυο αδέλφια, τον 17χρονο Ανέστη (Χρήστος Καρτέρης) και τον 14χρονο Βλάση (Γιώργος Αγγέλκος) που βρέθηκαν χωρίς καλά καλά να το καταλάβουν στα αντίπαλα στρατόπεδα. Ο Ανέστης στρατολογείται απρόθυμα ως οδηγός στον Ε.Σ. και ο Βλάσης, που μάλλον αντιμετωπίζει τον πόλεμο σαν παιχνίδι, μπαίνει στις τάξεις του Δ.Σ.Ε. και σύντομα γίνεται πολυβολητής. Η ιστορία τους διαδραματίζεται το 1949 στον Γράμμο που θα μετατραπεί σε καμένη γη από τις ναπάλμ του στρατηγού Τζέιμς Βαν Φλιτ.

Στο σενάριο συνεργάστηκαν ο Παντελής Βούλγαρης και η Ιωάννα Καρυστιάνη. Η μουσική του Γιάννη Αγγελάκα είναι εξαιρετική. (Προβάλλεται στις αίθουσες)