ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ομπρέλες, σαν αλεξίπτωτα

Λουκία Δέρβη
«Ομπρέλες στον ουρανό»
εκδ. Μελάνι, σελ. 96

Είχα διαβάσει την πρώτη της συλλογή με διηγήματα («Κακός χαρακτήρας», εκδ. Μελάνι) μέσα σε μια μέρα. Και δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνων που θα ξενυχτήσουν για ένα βιβλίο… Εχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε. Η Λουκία Δέρβη ένιωσε έτοιμη να επανασυστηθεί, με την πρώτη της νουβέλα. «Ομπρέλες στον ουρανό». Αν έχεις δει την ταινία «Ομπρέλες του Χερβούργου», με την πανέμορφη Κατρίν Ντενέβ σε νεαρή ηλικία, ο τίτλος σε προδιαθέτει από μόνος του…

Ομως το αφήγημα της Λουκίας Δέρβη δεν έχει σχέση με μια ρομαντική κομεντί σε εκδοχή μιούζικαλ. Η συγγραφέας μπορεί να σπούδασε, απ’ ό, τι διαβάζω, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην Ελβετία, όμως η λογοτεχνία μάλλον της πηγαίνει περισσότερο. Η νέα της νουβέλα τοποθετείται χρονικά στο Ολοκαύτωμα. Πρωταγωνίστριες δύο αδερφές, η Μαζάλ με την «καρδιά αγκινάρα» και η Σάρα ή «καπετάν Ξαπλόπουλος»: «Εκτός από το να ράβω και να κεντάω δεν έκανα τίποτα. Τίποτα». Σε ένα δύσκολο ταξίδι, μια ιστορία με δραματικό περιεχόμενο αλλά και γέλια, μαζί με κλάμα.

Στις 96 σελίδες του βιβλίου, η Λουκία Δέρβη «χρησιμοποιεί» τις ηρωίδες της για να ζωντανέψει με ρεαλισμό μια εποχή. Ο λόγος της ζωντανός, σαν να σου αφηγείται την ιστορία μια καλή φίλη. Το χιούμορ κρύβει ειρωνεία και η ειρωνεία χιούμορ. «Εκείνη τη χρονιά μάθαμε και εμείς τα τραγούδια της Σοφίας Βέμπο και αποχαιρετήσαμε τους άντρες για το αλβανικό μέτωπο. Η μαμά αποχαιρέτησε τον μπαμπά με δάκρυα στα μάτια, η Μαζάλ αποχαιρέτησε τον Χανάν τον φούρναρη αφού του είπε «πάντα θα σ’ αγαπώ» -το «σ’ αγαπώ» το είχε στο τσεπάκι της- κι εγώ επειδή δεν είχα κανέναν να αποχαιρετήσω τραγουδούσα μόνη μου».

Οι λεπτομέρειες έχουν τη σημασία τους. Για τη μαμά και τον μπαμπά. Τη θεία Ρίνα. Τη Ραχέλ. Τον Ελι. Τον Σίμο. Είναι ωραίο να διαβάζεις μια ιστορία όταν την αφηγείται ένα παιδί. Πέντε, δεκαπέντε, δεν έχει και τόση σημασία. Για τη θεία, «μια ακαθόριστης ηλικίας αρχοντογυναίκα, που φορούσε ένα εμπριμέ φόρεμα με κόκκινα πουά». Η Βάλια, η κόρη του θυρωρού από την πολυκατοικία, «που είχε μεγάλες καστανές μπούκλες και πράσινα ωραία μάτια», γνωστή κι ως «Βάλια, Βάλια, κουκουβάγια» καθώς «φορούσε κάτι τεράστια μαύρα γυαλιά μυωπίας».

Ελληνίδες Εβραίες που περιπλανώνται και στον… ελεύθερό τους χρόνο μαθαίνουν και ξένες γλώσσες. «Οταν η Μαζάλ δεν διάβαζε Γαλλικά, δεν σφουγγάριζε, δεν σκούπιζε και δεν έπλενε τα πιάτα, τότε διάβαζε Λογοτεχνία». Οταν τελείωσα το βιβλίο της Λουκίας Δέρβη, «Ομπρέλες στον ουρανό», μέσα σε ένα απόγευμα, είχα ένα χαμόγελο. Για την αφήγηση που ζωντάνευε σαν το νερό της βροχής. Στακάτο. Με επιστολές. Σύντομες. Οχι ανιαρές. Χωρίς τίποτα να κρεμάει ή να βαραίνει. Μαζί με τα τραγούδια. Φλερτ. Αγωνίες. Χωρισμοί. Απουσίες. Με χάπι εντ. Γιατί το εύκολο -μαζί και το αναμενόμενο-, θα ήταν οι ομπρέλες να μαυρίσουν τον ουρανό. Αλλά όταν οι ομπρέλες είναι (τελικά) αλεξίπτωτα, ακόμη και η πιο τραγική στιγμή μπορεί να είναι (τουλάχιστον) χρωματιστή.