ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ποίηση εξομολογητική και πιο καθολική παρά ποτέ

Παντελης Μπουκαλας

Ρήματα

εκδ. Αγρα

Δημοσιογράφος που βρίσκεται συχνά στη δίνη του κυκλώνα με τις αντιρατσιστικές, αντιεθνικιστικές του θέσεις, μεταφραστής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, την οποία με πάθος διεκδικεί από τους απανταχού προγονολάτρες, χειρώναξ διορθωτής και, πάνω από όλα, ποιητής, που εξέδωσε την πρώτη του συλλογή, τον «Αλγόρυθμο», το 1980, στα είκοσι τρία του χρόνια, ο Παντελής Μπουκάλας (1957) ζει από το λόγο και μέσα σ’ αυτόν. Αυτόν τον καιρό η μετάφρασή του των «Τρωάδων» παριστάνεται στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και τα «Συμποτικά επιγράμματα» από το ενδέκατο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας κυκλοφόρησαν πολύ κοντά με τη νέα του ποιητική συλλογή «Ρήματα». Μέσα στο σύστημα του λόγου που τον ορίζει, η ποίηση κατέχει θέση ξεχωριστή. Τα ποιήματα μοιάζουν να χαράσσουν τα ίδια την πορεία τους, επιβάλλοντας ή αναβάλλοντας την έκδοσή τους: από το «Οπόταν πλάτανος» ώς την έβδομη σήμερα συλλογή έχει παρέλθει μια ολόκληρη δεκαετία. Και ο αυτοπροσδιορισμός τους αυτός έχει να κάνει με τη συναίρεση του δημόσιου με το ιδιωτικό, που διαρκώς αναδιευθετούνται, σε ένα πλαίσιο αυτοαναφορικό που σχολιάζει μονίμως το ρόλο, τη δύναμη και την αδυναμία του ποιητικού λόγου. Ο ίδιος ο τίτλος, «Ρήματα», είναι διαφωτιστικός ως προς την απόβλεψη της συλλογής στην καθολικότητα: το ρήμα ως λέξη και ομιλία, ως δημιουργία, πρώτη αιτία και λογική, αλλά και ως φορέας της δράσης, ως πράξη καθαυτή. Για τον Μπουκάλα, ο λόγος διατηρεί σχέση αναδραστική με τον κόσμο, από τον οποίο διαμορφώνεται και τον οποίο διαμορφώνει. Και η παρούσα συλλογή συνοψίζει την τριαντάχρονη πορεία του, από τις καταλήψεις του 1979 στις πορείες του Δεκέμβρη και από την «έφηβη αυτοπεποίθηση» στην «πεινασμένη ανάγκη» του χρόνου και του λόγου.

Πενήντα έξι ποιήματα σε τρεις ενότητες, «Ιστορίες», «Ερωτήματα» και «Μυθολογήματα», συν δύο ποιήματα με διακριτή, πλάγια γραφή, που ανοίγουν και κλείνουν τη συλλογή – εν είδει προλόγου και εξόδου στην αενάως επαναλαμβανόμενη τραγωδία της θνητότητας και της φθοράς, στην οποία ο Μπουκάλας ως γνήσιος λυρικός επανέρχεται, «όμορφα ηττημένος» όμως και αντλώντας από τον πόνο την ύψιστη ανθρώπινη ουσία. Στο πρώτο ποίημα, πάντως, η τέχνη της ποιήσεως και η μούσα συναντούν ήδη την απρόσιτη κυρά των τροβαδούρων και των μυθιστοριών στον έρωτα που φιλά και στο λόγο που εκφέρεται έστω και με ένα χείλι.

Ενα λόγο λόγιο και μαζί λαϊκό, όπως υπογραμμίζει το «Ανώνυμο» του τέλους, σημερινό και καθημερινό, που κουβαλάει όμως μέσα του τα σήματα των καταβολών του.

Στις «Ιστορίες», η ζωή καθημερινή, της ψυχής και του δρόμου, πίσω από παράθυρα υπογείων, με ομοιώματα και προσομοιώσεις σε βιτρίνες και οθόνες, λόγια ξένα και χαμηλόφωνα και βιβλία-διαβατήρια στην «ξενιτιά της γλώσσας», και την άλλη, την αληθινή. Ζωή με τους άλλους κι ανάμεσά τους το άλλο μισό, η παραμυθένια αγαπημένη της παραμυθίας και της έμπνευσης.

Ο έρωτας ως ένωση ενάντια στο διασκορπισμό και το χωρισμό του θανάτου, η παραφορά ενάντια στο αμετάκλητο, και ενδιαμέσως τα του βίου, οι φόβοι και οι επιθυμίες, το δέον και το εφικτό, το επιθυμητό και απωθημένο κυρίως, ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό και στη μοίρα, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό: δεν είναι τυχαίο που τα «Ερωτήματα» συγκεντρώνουν τα περισσότερα ποιήματα, είκοσι δύο τον αριθμό.

Η συλλογή κλείνει με τα «Μυθολογήματα», ένσαρκες απαντήσεις στην α-πορία, πρόσωπα μυθικά, ζόρικα, παραπονεμένα, εξεγερμένα, που δραματοποιούν τις επιλογές και τους καταναγκασμούς του καθενός μας χωριστά.

Εξομολογητική, πιο προσωπική και μαζί πιο καθολική παρά ποτέ, η ποίηση του Μπουκάλα στα «Ρήματα» καταφέρνει να χωρέσει τα «ζόρικα» πράγματα στα γράμματα, με μια απαισιοδοξία που δεν αποποιείται την τρυφερότητα και μια προσδοκία μέσα στην παραδοχή.

Σ’ αυτόν ακριβώς τον τόνο, ο λυρισμός του, πλαισιωμένος από μια φιλοσοφία της ανυπακοής, που αρχίζει από τα μικρά, σαν το τσιγάρο, και καταλήγει στα μεγάλα, την άρνηση της εξουσίας και του θανάτου εν επιγνώσει της παντοδυναμίας τους, μοιάζει να τον οδηγεί σε νέους δρόμους, πέρα από τα αδιαμφισβήτητα έως σήμερα κεκτημένα του. Με κατακτημένη, προσωπική ποιητική γλώσσα, δεν διστάζει να αφεθεί περισσότερο στο αίσθημα και στο ρυθμό, προσδίδοντας έτσι μια νέα διάσταση στην υπαρξιακή, ηθική και πολιτική ποιητική του ύλη.