ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εθνολογική χαρτογράφηση του παρισινού μετρό

Marc Αuge

Ξανά στο Μετρό

μτφρ. Γ. Καυκιάς

εκδ. Νοβόλι

Καμία άλλη ευρωπαϊκή μητρόπολη δεν είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με δύο εμβληματικούς τόπους της νεωτερικότητας, τις στοές και το μετρό, όσο το Παρίσι. Από τον Εμίλ Ζολά («ThrŽse Raquin») μέχρι τον Ρεϊμόν Κενό («Η Ζαζί στο μετρό») εκτείνεται ένας λογοτεχνικός-πολιτισμικός χάρτης, που αποτυπώνει τις μετακινήσεις και τις εμπειρίες του αστού, στην κατ’ εξοχήν κοινωνιολογική του διάσταση. Η ιστορία του παρισινού μετρό είναι συνυφασμένη με τις πολεοδομικές και ευρύτερα κοινωνικές εξελίξεις της γαλλικής μητρόπολης, ώστε έχει «κωδικοποιηθεί» στην παριζιάνικη διάλεκτο ως ενδιάμεσος σταθμός στην καθημερινότητα, μεταξύ δουλειάς και «νανουρίσματος» (metro, dodo, boulot), καθώς «η πόλη κάτω από την πόλη» αποτελεί το δεύτερο, σχεδόν απύθμενο, «στομάχι του Παρισιού» (Ζολά).

Ο Μαρκ Ωζέ, ανθρωπολόγος και αφρικανολόγος, ήταν από τους πρώτους που «χαρτογράφησαν» με εθνολογικά εργαλεία το λαβύρινθο των γραμμών και των διαδρομών, στις διασταυρώσεις, τις διακλαδώσεις και τις ανταποκρίσεις ενός μέσου, που κινείται αενάως πάνω, γύρω και κάτω από το Παρίσι. Ο Ωζέ κατ’ ουσίαν (παρ) ακολουθεί την παράδοση της κοινωνιολογίας της καθημερινότητας, και πρωτίστως της Σχολής του Σικάγου (Ρ. Παρκ, Ε. Μπέρτζες κ. ά.), όταν ζητούσε ή μάλλον απαιτούσε από τους εκκολαπτόμενους κοινωνιολόγους να μελετήσουν την πόλη «από μέσα και από κοντά», μια παράδοση που εδράζεται πρωτίστως στον Γκέορκ Ζίμμελ και τους επιγόνους του.

Ομως, ο Γάλλος ερευνητής πρωτοτυπεί και καινοτομεί, μεταφέροντας την πλούσια ερευνητική εμπειρία από τη δυτική Αφρική, που σημαίνει ότι δεν ξεχνάει και τον «πρώτο διδάξαντα», Κλοντ Λεβί-Στρος, καθώς διευρύνει και διαστέλλει τον ανθρωπολογικό ορίζοντα μέχρι την «άκρη των συγχρόνων κόσμων», βρίσκοντας διαρκώς «νέα αντικείμενα στοχασμού», όπως σημειώνει στον πρόλογο της «Ανθρωπολογίας των σύγχρονων κόσμων», που εκδόθηκε και στα ελληνικά, σε μετάφραση Δ. Σαραφίδου, με εισαγωγή, επιμέλεια και μία συνέντευξη στην Ε. Ρίκου (Αθήνα, 1999).

Η αόριστη νοσταλγία

Το «Ξανά στο μετρό» είναι ένα βιβλίο κατ’ εξοχήν για την τσέπη και για το μετρό. Διαβάζεται μαζί με ένα ημερήσιο εισιτήριο, στον πλέον κατάλληλο χώρο, στο βαγόνι και στους σταθμούς, ανάμεσα στις ανταποκρίσεις και τις σύντομες αναμονές, από συρμό σε συρμό. Εδώ, ο ερευνητής (με την επιβάρυνση ότι ο Ελληνας αναγνώστης μάλλον θα απογοητευτεί να περιμένει την έκδοση του Une ethnologue dans le metro, όπως και των Non-Lieux, των «Μη-τόπων») αφήνει την «εθνολογική μέθοδο» και φροντίζει να «ξαναβρεί την κίνηση και το συνωστισμό» στον παρισινό λαβύρινθο, επανερχόμενος στο βιβλίο και, παράλληλα, ιχνηλατώντας το παρελθόν και το μετρό, είκοσι δύο χρόνια μετά. Η δομική, και ταυτόχρονα γόνιμη, «αντίφαση» έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ ο εθνολόγος γερνάει, το μετρό ανανεώνεται ή, όπως εξομολογείται σε έναν προσωπικό, αλλά ουδόλως «μελοδραματικό» τόνο, «ενώ το 1986 έβλεπα το μετρό σαν μια μεταφορά της ζωής, σήμερα το βλέπω σαν μεταφορά του έργου», καταθέτοντας ταυτόχρονα τις συνεκδοχές του όρου και τους μετασχηματισμούς του τόπου (χώρος ανάγνωσης, με την αμφισημία του όρου, δυνητικά μυθιστορηματική διαδρομή, το έργο ως «εν κινήσει και εξελίξει» όχημα, σε παράλληλη τροχιά).

Απαλλαγμένος από το ερευνητικό άχθος και πιο πλούσιος σε εμπειρίες, καθώς η «υπερνεωτερικότητα» παράγει και αναπαράγει σε αλληλουχία νέους τόπους και μη-τόπους («το μετρό δεν είναι μη-τόπος», διασαφηνίζει) ο Ωζέ μετακινείται στοχαζόμενος. Απλώνει το έργο του πάνω στο χάρτη του παρισινού μετρό, αναζητώντας τις τομές και τη συνέχεια, τις διακλαδώσεις και τις ανταποκρίσεις ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη, το παρελθόν και το παρόν, το μέσον και το «μήνυμα». Παράλληλα, γράφει, σαν τον Μπένγιαμιν, για το παρελθόν του εθνολόγου και του μέσου («το μετρό της παιδικής μου ηλικίας ήταν προυστιανό»), την ονοματοποιητική διάσταση των σταθμών («τα ονόματα του μετρό ασκούσαν πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία», ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο επαφής, που στην υπεραπλουστευτική απόδοση των ονομάτων στα ελληνικά, χωρίς τουλάχιστον το πρωτότυπο, χάνει τη συνειρμική του υπεραξία), δεν υποτιμά την κοινωνιολογική ματιά (φτώχεια, μοναξιά, μορφές συνενοχής, διάσταση γενεών), ενώ, τέλος, «επιστρέφει» στην παιδική ηλικία, παρωδώντας και αυτοσχεδιάζοντας με παλιότερα τραγούδια που εξυμνούσαν το παρισινό μετρό.

Στο βιβλιαράκι αυτό, η «εθνολογία της μοναξιάς» είναι διάχυτη, αλλά διαρκεί όσο και μια διαδρομή στο παρισινό μετρό. Εκεί όπου συνταξιδεύουν η μνήμη και ο στοχασμός, το καθημερινό και το φευγαλέο, ο Παριζιάνος, «ιθαγενής» ή μετανάστης, ο «άνθρωπος του πλήθους», η μητρόπολη και τα περίχωρα. Ισως, το καλύτερο σχόλιο για τη «Ζαζί στο μετρό».