ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χάιντν και Μπετόβεν από Αυστριακούς

Εργα Χάιντν και Μπετόβεν για πιάνο, βιολί και τσέλο απέδωσε υποδειγματικά το Τρίο Χάιντν της Αϊζενστατ στις 30 Ιανουαρίου στην Αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος». Αριστα εξοικειωμένοι με το ρεπερτόριο της κλασικής εποχής, οι μουσικοί διέκριναν με σαφήνεια ανάμεσα στο στυλιζαρισμένο συναίσθημα της γραφής του Χάιντν και την εκφραστική γλώσσα του Μπετόβεν.

Επειδή στην ουσία και οι δύο συνθέτες βρίσκονται στο κατώφλι του ρομαντισμού, ο ένας το πατά και ο άλλος το έχει ήδη διαβεί, η ξεκάθαρη αποσαφήνιση των ερμηνειών είχε προφανή σημασία. Κομψό, χαρίεν, ανάλαφρο με έμφαση στις δραματικά εναλλασσόμενες διαθέσεις ήταν το ύφος στα Τρίο με αριθμούς καταλόγου Χόμποκεν ΧV: 27 και ΧV: 29 αντίστοιχα. Πιο υποκειμενικά «ποιητική» και περισσότερο γενναιόδωρη ως προς τη διαμόρφωση των φράσεων ήταν η ερμηνεία στο «Τρίο του Αρχιδούκα» του Μπετόβεν. Αποφασιστική ήταν η συμβολή του πιανίστα Χάραλντ Κόζικ, που με την έντονη παρουσία και τη λαμπρή δεξιοτεχνία του έδινε στις ερμηνείες παλμό και μεγάλη πλαστικότητα. Με ελεγχόμενο δυναμικό εύρος από τη σιωπή ως τις απαραίτητες εκρήξεις, τόσο η Βερένα Στούρτς – βιολί, όσο και ο Χάννες Γκράντβολ – τσέλο, συνέβαλαν στο άριστο αποτέλεσμα.

Σούμαν και Σοπέν

Στις 27 Ιανουαρίου στην ίδια αίθουσα ο Απόστολος Παληός, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες πιανίστες της νεότερης γενιάς, αφιέρωσε το ρεσιτάλ του στον Ρόμπερτ Σούμαν και τον Φρεντερίκ Σοπέν, από τη γέννηση των οποίων συμπληρώνονται φέτος διακόσια χρόνια.

Στο επίπεδο που κινείται ο Παληός δεν είναι τόσο η τεχνική και η δεξιοτεχνία αλλά η έκφραση εκείνη που κρίνει τα πράγματα για μια διεθνή σταδιοδρομία. Αν και σύγχρονοι λοιπόν, οι δύο βασικοί συνθέτες του προγράμματος -που άνοιξε με ένα «Νυχτερινό» του Ζίγκισμοντ Τάλμπεργκ- είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους και η μουσική τους απαιτητική για διαφορετικό λόγο. Στον Σούμαν είναι η διάθεση εκείνη που δύσκολα προσδιορίζεται, καθώς τα συναισθήματα δεν είναι ποτέ αμιγή, συχνά ούτε στο πλαίσιο του ίδιου σύντομου κομματιού. Στους «Χορούς των μελών της Ενωσης του Δαυίδ» που έπαιξε ο Παληός ο έντονος διάλογος ανάμεσα στις δεκαοκτώ μικρογραφίες που απαρτίζουν τον κύκλο άντεχε σαφέστερες διαφοροποιήσεις δυναμικής, από αυτές που προτάθηκαν.

Στις τέσσερις «Μπαλάντες» του Σοπέν πάλι, ο Παληός έπαιζε μεν άριστα, αλλά ίσως περισσότερο μετρημένα απ’ ό, τι ήταν απαραίτητο προκειμένου να ανασάνει η μουσική. Στα εκτός προγράμματος έργα φάνηκε ότι ο πιανίστας θα είναι ενδεχομένως απολύτως συναρπαστικός σε τελείως διαφορετικό ρεπερτόριο, σε έργα όπως αυτά του Σκαρλάτι και του Μπαχ ή συνθέσεις του εικοστού αιώνα, γιατί όχι του Μπέλα Μπάρτοκ.