ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η διαλεκτική σχέση αγάπης και δικαιοσύνης

Πωλ Ρικερ

Αγάπη και Δικαιοσύνη

μετ. Κική Καψαμπέλη

εισαγωγή: Σταύρος Ζουμπουλάκης

εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2009

Οσο κι αν απέχουμε από τη δίκαιη κοινωνία ή την κοινωνία αγάπης, η δικαιοσύνη και η αγάπη ως ιδέες ή ως ιδανικά δεν έχουν ξεπεραστεί καθώς οι πράξεις μας επηρεάζονται από αυτές, και, άλλοτε συνειδητά, άλλοτε όχι, αυτές είναι που αποτελούν τα κριτήρια με τα οποία επιδοκιμάζουμε ή αποδοκιμάζουμε τις πράξεις και τις απόψεις των συνανθρώπων μας. Αντίθετα με την ευκολία που χρησιμοποιούνται αυτές οι δύο λέξεις, η αποσαφήνιση και ο προσδιορισμός της έννοιάς τους έχει αποδειχτεί μία από τις πιο δύσκολες και αμφιλεγόμενες φιλοσοφικές και θεολογικές υποθέσεις. Και όχι μόνο είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με σαφήνεια για κάθε μία από αυτές, αλλά τα πράγματα δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο όταν έρχεται η ώρα να τις αντιμετωπίσουμε από κοινού και να εξετάσουμε τη σχέση τους.

Πώς μπορεί άλλωστε να συμβιβαστεί η αγάπη που εκ πρώτης όψεως αφορά στα μεμονωμένα άτομα, με τη δικαιοσύνη, που με τους μηχανισμούς και τις αρχές της αναφέρεται στην κοινωνία; Χρειάζεται οπωσδήποτε κάποια απόσταση για να θεωρήσουμε την αγάπη απογυμνωμένη από τον αισθηματισμό, να τη δούμε ως νόμο, ως ικεσία που οδηγεί στην υποχρέωση, όπως επίσης χρειάζεται κι ένας βαθμός αφαίρεσης για να αντικρίσουμε τη δικαιοσύνη ως αρετή των θεσμών που μπορεί να οδηγήσει σε μια ηθική βάση αμοιβαιότητας για την κοινωνική πρακτική.

Ποίηση και πρόζα

Ο λόγος της αγάπης είναι ποιητικός, ακόμα και όταν προστάζει («αγάπα με», «αγάπα τον πλησίον σου», «αγάπα τους εχθρούς σου») προϋποθέτει την τρυφερότητα της προσταγής του, την αγάπη, η οποία είναι μια αυθόρμητη πράξη, μια κίνηση που εξιδανικεύει και δίνει αξία στο αντικείμενό της. Ο λόγος της είναι αλληγορικός, μεταφορικός, πολυσήμαντος.

Στην άλλη άκρη, ο λόγος της δικαιοσύνης είναι μια σκληρή πρόζα που επιχειρηματολογεί και παραθέτει με ξεκάθαρο τρόπο όλες τις πλευρές κάποιου ζητήματος μέχρι να καταλήξει σε μια οριστική απόφαση. Αυτή η βεβαιότητα, όμως, μετασχηματίζεται όταν το αντικείμενό του γίνεται το κατηγόρημα «δίκαιος».

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το πλαίσιο του θέματος που αναπτύσσει ο Πωλ Ρικέρ, ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, στο κείμενό του «Αγάπη και Δικαιοσύνη». Εδώ, σκοπός είναι η προσέγγιση της αγάπης χωρίς συναισθηματισμούς ή κοινοτοπίες, αλλά με τρόπο πρωτότυπο, χωρίς να δεσμεύεται από τις εννοιολογικές αναλύσεις ή το σχολιασμό άλλων μελετητών.

Ο Ρικέρ ερευνά την αγάπη μέσα από τη διαλεκτική της σχέση με τη δικαιοσύνη, έχοντας πάντα ως προϋπόθεση το εδώ και τώρα των ηθικών κρίσεων, τις συγκεκριμένες καταστάσεις δηλαδή, και τον προσωρινό τους χαρακτήρα. Η πρότασή του, ο χρυσός κανόνας, που ισορροπεί μόνο με τη σύμπραξη των δύο εννοιών, είναι η συμφιλίωση που προτείνεται τελικά ώστε να μη διολισθαίνουμε ούτε στη δειλία ούτε στη χρησιμοθηρία.

Εισαγωγή – ανάλυση

Η έκδοση συνοδεύεται από μια εκτενή και κατατοπιστική εισαγωγή του Σταύρου Ζουμπουλάκη, η οποία έχει διττό χαρακτήρα, καθώς από τη μια λειτουργεί ως βοήθημα για την ανάγνωση του κειμένου και ως ανάλυση των επιχειρημάτων τού συγγραφέα, ενώ από την άλλη μπορεί να ιδωθεί ως ένα ερμηνευτικό σχόλιο για κάποιες από τις ιδέες που αναπτύσσονται στο κείμενο, εμπλουτισμένες από τις βιβλικές και τις βιβλιογραφικές τους αναφορές.

Το συμπέρασμα παραμένει κοινό – με τα λόγια του Στ. Ζουμπουλάκη: «Επειδή μια κοινωνία χωρίς δικαιοσύνη είναι βάρβαρη και χωρίς αγάπη αποπνικτική, αφόρητη και εν τέλει άδικη, γι’ αυτό η αμοιβαία επανερμηνεία του κανόνα της αγάπης και του κανόνα της δικαιοσύνης δεν παύει ποτέ και δεν «αφήνει τη συνείδηση να ησυχάσει»». Μόνον έτσι μια δίκαιη κοινωνία αγάπης μπορεί να είναι εφικτή.