ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τραυματικές εμπειρίες παιδιών στη δίνη του εμφυλίου πολέμου

ΜΑΝΤΩ ΝΤΑΛΙΑΝΗ-ΚΑΡΑΜΠΑΤΖΑΚΗ

Παιδιά στη δίνη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949, σημερινοί ενήλικες

Επιστ. επιμέλεια: Ι. Τσιάντης, Δ. Πλουμπίδης

εκδ.: Μουσείο Μπενάκη, Ετ. Ψυχοκοινωνικής Υγείας του παιδιού και του εφήβου, εκδόσεις της Σχολής Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου

Αντίθετα με τη λογοτεχνία, που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις ανάλογα με τα ερμηνευτικά εργαλεία της λογοτεχνικής θεωρίας και κριτικής, οι κοινωνικές επιστήμες, στο εμπειρικό, μεθοδολογικό και ερευνητικό επίπεδο, είναι λιγότερο «ανεκτικές» σε έναν πλουραλισμό προσεγγίσεων. Κι αν οι ανθρωπιστικές επιστήμες υποχρεώνονται να ενστερνιστούν τις συνέπειες μιας «αλλαγής παραδείγματος», οι κοινωνιολογικές έρευνες, εφ’ όσον είναι στέρεα δομημένες, διατηρούν την αξία τους, ακόμα κι όταν εμφανίζονται καινούργια δεδομένα και συμπληρώνονται από νέες γνωσιοθεωρητικές τάσεις. Στην Ελλάδα, με δεδομένη την υπανάπτυξη των ανθρωπιστικών σπουδών, σπανίζουν οι εργασίες εκείνες που εγκαταλείπουν τα «ξύλινα τείχη» της εγχώριας πανεπιστημιακής έρευνας και μπορούν άνετα να συγκριθούν με αντίστοιχες της Εσπερίας.

Η έρευνα της Μαντούς Νταλιάνη-Καραμπατζάκη (1920-1996) συγκαταλέγεται στην ευάριθμη αυτή κατηγορία και αναδεικνύει την αξία της όχι μόνο για τη συστηματικότητα, τη διαύγεια και την ποιότητα της προσέγγισης, αλλά και για τον επί πλέον λόγο, ότι εντάσσεται ισότιμα και δικαιωματικά στη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, μαζί με την επίσης σημαντική έρευνα της Ντόροθυ Λεγκαρέττα για τα παιδιά του Ισπανικού Εμφυλίου («Η γενιά της Γκερνίκα», όπου υπάρχει βιβλιογραφική αναφορά ως «αδημοσίευτη εργασία», χρονολογούμενη από το 1984).

Η εργασία της Μαντούς Νταλιάνη έχει μία εξίσου ενδιαφέρουσα εκδοτική «προϊστορία», καθώς δικαιώνει πλήρως την πρωτεύουσα θέση που καταλαμβάνει στον χώρο της σύγχρονης κοινωνικής έρευνας, και η συμβολή όλων όσοι συνετέλεσαν ώστε να δει το φως της δημοσιότητας στην Ελλάδα, είναι αντίστοιχη της επίμοχθης προσπάθειας που κατέβαλε η παιδοψυχίατρος (και κρατούμενη στις φυλακές Αβέρωφ την περίοδο 1949-1951), η οποία έζησε και εργάστηκε στο εξωτερικό (Αγγλία, Σουηδία). Πρωτοπαρουσιάστηκε ως εισήγηση στο συνέδριο με τίτλο «Μετά τον πόλεμο», που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο του Σάσεξ (4-6 Ιουλίου 1996), με πρωτοβουλία του Μαρκ Μαζάουερ (ελλ. έκδοση, Αθήνα 2003, σε επιμέλεια του ιδίου). Μέχρι τότε ήταν γνωστή σε μικρό κύκλο ερευνητών και ιστορικών και υπήρχε διαθέσιμη μόνο υπό μορφή abstract στο Διαδίκτυο. Η παρουσίαση του θέματος με τη συνδρομή του σημαντικού Αγγλου ιστορικού αποτέλεσε την απαρχή μιας πορείας, την οποία η ερευνήτρια -δυστυχώς- πρόλαβε μόνο στα πρώτα βήματα, ανοίγοντας παράλληλα τον δρόμο για την επιμέλεια και έκδοση του έργου στα ελληνικά.

Βιώματα

Η Μαντώ Νταλιάνη έχει να αντιμετωπίσει πολλαπλές, σχεδόν ανυπέρβλητες, δυσκολίες, που σχετίζονται τόσο με τη βιογραφία της (ένα παιδί της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου ήταν κι εκείνη), όσο και το περίπλοκο ζήτημα (τραυματικές εμπειρίες παιδιών σε συνθήκες πολέμου), αλλά και με τις γενικές και ειδικές συνθήκες που καθόρισαν την πορεία και την εξέλιξη της έρευνας (έκρυθμη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, συναισθηματική φόρτιση και χρονική αλλοίωση χαρακτηριστικών κ.ά.), που θα διεξαγάγει στη φιλόξενη Σουηδία. Η κύρια όμως δυσκολία έγκειται στη διαφύλαξη της βιωματικής σχέσης, αλλά και στη θωράκιση της μη συμμετοχικής παρατήρησης, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση ποιοτικών μεθόδων και σχετικού υλικού (συνεντεύξεις, αρχεία, ντοκουμέντα).

Επί πλέον, την περίοδο που ανασυνθέτει το ερευνητικό υλικό, η βιβλιογραφία μπορεί να είναι πλούσια στον παιδοψυχιατρικό τομέα όσον αφορά εμπειρικές έρευνες και θεωρητικές προσεγγίσεις, αλλά όχι και στο «εμφυλιοπολεμικό» σκέλος της. Ομως, η Νταλιάνη διαθέτει το σθένος, την υπομονή, αλλά και την επιστημονική επάρκεια, μαζί με την πλούσια επαγγελματική εμπειρία, να υπερβεί τις δυσκολίες, να ανασυνθέσει και να εμπλουτίσει την έρευνά της μετά από μια εικοσαετία σχεδόν. Η «διαχρονική υπεραξία» στην ενδελεχή προσέγγισή της, συνδυάζει τον πλούτο των ποσοτικών στοιχείων με μεθοδολογία που αντιστοιχεί στην ανερχόμενη, ήδη από τη δεκαετία του ’70, «ποιοτική στροφή» των κοινωνικών επιστημών προς την grounded theory.

Η δεδομένη αξία της σημαντικής (και επώδυνης ψυχικά) έρευνας είναι πολλαπλά αναγνώσιμη, χρήσιμη και εκμεταλλεύσιμη, σε στοιχεία, μεθόδους και συμπεράσματα, που θα πρέπει να εμπνεύσουν και να καθοδηγήσουν τη «νέα γενηά» των Ελλήνων κοινωνιολόγων, ακολουθώντας το παράδειγμα των επιστημονικών επιμελητών του τόμου, και επεκτείνοντάς τα ενδεχομένως στον χώρο των πολιτικών προσφύγων στις (πρώην) σοσιαλιστικές χώρες. Το συγκεκριμένο βιβλίο προϋποθέτει μελέτη και όχι απλή ανάγνωση, ως εκ τούτου αφορά κυρίως φοιτητές και ερευνητές της κοινωνικής ψυχολογίας και των ανθρωπιστικών σπουδών. Διότι εξόχως ανθρωπιστικό είναι και το μήνυμα που εκπέμπει, αν ανατρέξει κανείς κυρίως στις βιογραφίες (και τα τετράδια) αυτών των παιδιών με το «φαντασιωσικό και βιωμένο τραύμα» από την απώλεια της μητέρας στη δίνη ενός αδελφοκτόνου πολέμου, απεγκλωβιζόμενος από ιδεοληψίες και στερεότυπα.

Η τελική, συλλογική έκδοση και η υποδειγματική επιμέλεια αποτελούν τον καλύτερο (και επιβεβλημένο) φόρο τιμής στη μνήμη της Μαντούς Νταλιάνη-Καραμπατζάκη, μιας γνήσιας εκπροσώπου της Ελληνικής Διασποράς.