ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η οικονομία του κόσμου της θεσμικής βίας

Ελεγα μιλώντας για τη σύναξη των κλεφτών στον Βάλτο, τους οποίους μνημονεύει χωρίς να κατονομάζει το πασίγνωστο χορευτικό τραγούδι, ότι δεν θα πρέπει να συσχετιστεί με κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, καθώς πίστευε ο Κ. Ρωμαίος. Ο Φωριέλ έδωσε το γενικό πλαίσιο, στο οποίο θα πρέπει να ενταχθεί, στην αντικατάσταση δηλαδή χριστιανών αρματολών από Αρβανίτες μουσουλμάνους, χωρίς να εικάζει ότι συνδέεται με κάποια χρονολογήσιμη κλέφτικη κινητοποίηση. Ας υπομνησθεί ότι η χρονολόγηση των κλέφτικων επώνυμων τραγουδιών είναι επισφαλής, αν δεν διαθέτουμε παράλληλες χρονισμένες μαρτυρίες. Θα φέρω ένα και μόνο παράδειγμα.

Ο Π. Αραβαντινός είναι βαθύς γνώστης των πραγμάτων της γενέθλιάς του Ηπείρου και δίπλα στις γραπτές έχει θησαυρίσει και πολλές, προφορικές πληροφορίες, ακόμη και προσωπικές αναμνήσεις. Στη Συλλογή του συγκαταλέγει και το τραγούδι ενός Τζοβάρα που τον δολοφονούν Μαργαριτιώτες και το χρονολογεί στα 1770, ενώ παραπλήσιο τραγούδι ο Αιμίλιος Legrand το χρονολογεί έναν αιώνα πίσω, στα 1670. Είναι ένα ωραίο τραγούδι που μιλά για μια βάρκα που πλέει καταμεσίς στον Λούρο και για ένα στριγγόφωνο πουλί που αναγγέλλει ρεκάζοντας το θάνατο του εξυμνούμενου «ήρωα». Ο κόσμος στον οποίον απευθύνεται το τραγούδι συμπάσχει και καταδικάζει την απιστία των Μαργαριτιωτών. Μπορεί να συμπάσχουμε και εμείς για λόγους όμως διαφορετικούς είτε γιατί, οι περισσότεροι, πιστεύουμε ότι οι κλέφτες ήταν η «μαγιά» της εθνικής μας επανάστασης είτε γιατί, οι λιγότεροι έχουμε σηματοδοτήσει θετικά τους προγόνους της εξέγερσης του Χόμπσομπ. Ας είναι.

Η εκδίκηση του πασά

Ωστόσο, στις 5 Ιουλίου 1738 ο Εκτακτος Προβλεπτής της Αγίας Μαύρας μνημονεύει τον θάνατο ενός Τζοβάρα, αναμφίβολα εκείνου του δημοτικού τραγουδιού, χωρίς φυσικά καμιά συμπόνια για τα κακουργήματά του· κάνει γενικό και αόριστο λόγο, για να προσθέσει κάτι που δεν εμφιλοχωρεί στο τραγούδι: είναι η εκδίκηση που παίρνει ο νεοδιόριστος πασάς των Γιαννίνων. Της οντολογίας της ιστορίας το κλέφτικο τραγούδι είναι ένα «διαμεσολαβημένο» απείκασμα. Κι αυτός ο Τζοβάρας δεν είναι άλλος, ο Νάστος ή Ανάστος που τον βρίσκουμε αργότερα να ασκεί αρματολικούς ρόλους και να ‘χει αγαθές σχέσεις με τους Μαργαριτιώτες και με τους Βενετούς. Δεν ξέρω ποια συγγενική σχέση είχε μ’ εκείνον τον άλλο που τον μοιριολογάει το πετούμενο, αλλά η ευρύτερη οικογενειακή συνάφεια φαίνεται πιθανή αν όχι προφανής. Συνώνυμοι με διαφορετικές τύχες και διαφορετικές προσλήψεις από τις μικροκοινωνίες στις οποίες εντάσσονταν ή με τις οποίες σχετίζονταν δεν σπανίζουν, όπως εκείνοι οι Μπαμπάτσικοι, εγκαταστημένοι στην Αγία Μαύρα, ή διαβατικοί, που ένας τους κλάδος περνά στα χρονικά με το όνομα Κατσικογιάννης, πριν και μετά την Επανάσταση του ’21. Δεν είναι εύκολο να κατασιγάσει κανείς αυτή τη θάλασσα των οικογενειακών μορφωμάτων των ανθρώπων μιας βίας που ήταν βία θεσμική. Και πάλι, χρειάζεται να γίνουν επίκαιρες, ανασηματοδοτούμενες, περιθωριοποιημένες ερευνητικές προβάσεις, όπως οι γενεαλογικές ανιχνεύσεις, η συγκρότηση γενεαλογικών δέντρων, συστηματοποιώντας την εμπειρία, αλλιώς τη ζώσα ιστορία που μας αποτύπωσε ο Νικόλαος Κασομούλης. Ας τελειώνουμε επανερχόμενοι στα οικονομικά του κόσμου των όπλων και της βίας, χωρίς τη φιλοδοξία να αναγάγουμε σε σύνθεση όσα υπαινιχθήκαμε στο προηγούμενο σημείωμα.

Κλεπταποδόχοι και άρπαγες

Ο πλούτος των πολεμικών κοινωνιών είναι προϊόν λείας και παροχής προστασίας. Οσο για τους αρματολούς δεν περιορίζονταν στη, λιγοστή άλλωστε για τους διαβαθμισμένους οπλοφόρους, μισθοδοσία τους. Καθώς λέγαμε άλλοτε, όταν μακροημέρευαν και στέριωναν στους τόπους τους, οι αρχηγέτες δημιουργούσαν περιουσίες, αμπελοχώραφα και κοπάδια, όχι από αρπαγές, όπως βεβαιώνει ο αρματολός του Ασπροπόταμου Νικόλαος Στουρνάρης, που παρόμοια με τον ομόλογό του του Ξηρόμερου, τον Γεώργιο Βαρνακιώτη, είχε γίνει σχεδόν βαθυκτήμονας. Υπήρχαν και άλλοι, οι πολλοί, οι κλέφτες με τους «γιατάκηδές» τους, δηλαδή όσους τους παρείχαν άσυλο, και τους κλεπταποδόχους, τους «κλεπταπάντεχους», που πλέκανε το δίχτυ της οικονομίας της αρπαγής. Γιατί οι πρωτόγονοι της εξέγερσης δεν καταστρέφανε μόνο, κυρίως διαγούμιζαν το «έχει» των πληθυσμών, σκλάβωναν και εισπράττανε λύτρα. Το δίκτυο δεν ήταν άμοιρο των συγγενικών δεσμών: όταν ο Αλή πασάς των Γιαννίνων τους εξοντώνει, ο «λαλάς» του, δηλονότι ο ομογάλακτος αδελφός του, ο Γιουσούφ Αράπης, ξεκληρίζει ολόκληρα συγγενολόγια, μέχρι κουμπάρων, καθώς αναγράφεται σε μια πηγή. Σκλαβώνουν και απειλούν ότι θα τιμωρήσουν: ο ένας ότι θα κόψει μύτες και αυτιά (είναι δυσεξήγητο το οικογενειακό όνομα Κουτσαύτης; Αλλωστε και ο νόμος επέβαλλε την ποινή του ακρωτηριασμού)· άλλοι δεν «εχόρτασαν» να «σκοτώνουν άνδρες, αλλά και γυναίκες και μικρά παιδιά όπου τα είχαν εις το βυζί». Μορφές του οικονομικού αναδυόμενες από τους θεσμοθετημένους όρους της (για μας) αγριότητας, από την οποία δεν έχουμε ακόμη απαλλαγεί, αλλά σχετικώς εξομαλύνει διατηρώντας τον σκληρό της πυρήνα. Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην αρχή.

«Σαν λύκοι»

Ελεγα ότι η χρονικότητα του τραγουδιού των κλεφτών του Βάλτου είναι μεταβλητή, ώστε να γίνεται ιδεότυπος. Από τα πολλά παραδείγματα θα αρκεστώ σε ένα που μας πηγαίνει σε χρόνους πριν από τα ορλωφικά.

Κατά το λέγειν της ελληνικής διατύπωσης μιας προκήρυξης του Εκτακτου Προβλεπτή Αγίας Μαύρας Βικέντιου Μπάλμπη με χρονιά 25 Απριλίου 1760, έτος παλαιό, «διωγμένοι από την τάξιν και κηρυγμένοι (τουτέστιν αποκηρυγμένοι) με βασιλικόν φερμάνι και αναφορικόν (δηλαδή σχετικό) πρόσταγμα του μπεγλέρμπεη διά κάποι και φύλακες ρωμαίοι Μπουκουβάλας και Σταθάς, οι οποίοι αγριεύθησαν και ετοιμάζονται να τους κυνηγήσουν (…)» και τα λοιπά: αυτοί οι αγριεμένοι του 1760 θα μπορούσαν να χρονολογήσουν πριν από τα ορλωφικά το χορευτικό τραγούδι. Αλλά αγριεμένοι διεκδικητές των αρματολικιών υπήρχαν πριν από το 1760. Ας συγκρατήσουμε το αντικείμενο της διεκδίκησης και τη μέθοδο: «σαν λύκοι».

* Ο κ. Σπύρος Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.