ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει!

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Της Ελενας Χουζουρη

Σοφία Νικολαΐδου, «Απόψε δεν έχουμε φίλους», Εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2010, σελ. 272

Οι συγγραφείς που δεν έχουν βιώματα από τις τραυματικές εμπειρίες της νεότερης Ιστορίας μας και τολμούν να καταπιαστούν μ’ αυτές γνωρίζουν πολύ καλά τις μυθοπλαστικές παγίδες τις οποίες μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο εγχείρημα. Εύλογες, λοιπόν, από την πλευρά τους, οι ερωτήσεις του τύπου πώς η Ιστορία μπορεί να μεταπλασθεί σε λογοτεχνία, πώς μπορεί να επιτευχθεί η λογοτεχνική συνομιλία του σήμερα με το χθες, πώς όταν δεν έχεις βιώσει εσύ ο ίδιος εποχές, γεγονότα και ανθρώπους μπορείς να τους προσεγγίσεις και να τους αναπλάσεις χωρίς να τους προδώσεις, ποια φόρμα μπορεί να θεωρηθεί καταλληλότερη έτσι ώστε το λογοτεχνικό κείμενο να μην αναμασά παλαιότερες ή ακόμη χειρότερα να μην υποδύεται μια απλοΐκή, εύκολη και εν πολλοίς ψευδεπίγραφη αληθοφάνεια; Στις υγιείς αυτές ερωτήσεις είχαμε ήδη ενδιαφέρουσες απαντήσεις τα τελευταία χρόνια, σ’ αυτές έρχεται να προστεθεί και η, εκ Θεσσαλονίκης, Σοφία Νικολαΐδου με το μυθιστόρημά της «Απόψε δεν έχουμε φίλους». Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα της Νικολαΐδου και το πέμπτο συνολικά βιβλίο της από το 1997 που πρωτοεμφανίστηκε με τη συλλογή διηγημάτων «Ξανθιά πατημένη». Με καλές περγαμηνές ήδη η Θεσσαλονικιά συγγραφέας έως σήμερα, στο «Απόψε δεν έχουμε φίλους», πραγματοποιεί το βήμα προς τη λογοτεχνική της ενηλικίωση και μάλιστα με τολμηρό τρόπο. Τολμηρός για τη θαρραλέα βουτιά που επιχειρεί τόσο στις γκρίζες ζώνες της νεότερης Ιστορίας μας και δη της γενέτειράς της, όσο και στα μεταπολιτευτικά μας χρόνια -αυτά της θεμελίωσης του «ευδαίμονος» βίου μας- με σταθμό το περίφημο «1989», για να φθάσει έως τα φλεγόμενα μερόνυχτα του Δεκεμβρίου του 2008. Η Νικολαΐδου τοποθετεί τους ήρωές της, τριών γενεών -αντιστοιχούν σε ισάριθμες ιστορικές περιόδους- στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Στο επίκεντρο του μυθιστορήματος της Νικολαΐδου είναι η σχέση του μεταπτυχιακού φοιτητή Σουκούρογλου και του sui generis επιβλέποντος καθηγητή Νεότερης Ιστορίας, Αστερίου, στα ευεπίφορα χρόνια του 1980. Θέμα του συνεσταλμένου αλλά γεμάτου πάθος για την επιστημονική έρευνα και τις αλήθειες που ξεσκεπάζει, Σουκιούρογλου, ο δωσιλογισμός και οι φορείς του στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Η έρευνα οδηγεί τον Σουκιούρογλου στον αμετανόητο εθνικοσοσιαλιστή και συνεργάτη των Γερμανών επί Κατοχής, καθηγητή φιλοσοφίας Εξάγγελο, που επί των σκοτεινών ημερών του στο Πανεπιστήμιο έδιωχνε φοιτητές τους οποίους δεν ενέκρινε ιδεολογικά. Μέσα από την έρευνα του Σιουκιούρογλου ξεδιπλώνονται οι μαύρες σελίδες του δωσιλογισμού και μαυραγοριτισμού στη Θεσσαλονίκη, αποκαλύπτονται διασυνδέσεις με ανθρώπους του υπόκοσμου που έβαλαν τα θεμέλια του μετεμφυλιακού κράτους και των αξιών του. Γύρω από τα κυρίως πρόσωπα, μια σειρά δευτερεύοντα, όπως ο σκεπτικιστής και ελευθερόφρων καθηγητής Νικηφορίδης -τον οποίο ο Εξάγγελος φροντίζει να συλληφθεί και τελικά να εκτελεστεί- η σοφή και γενναιόδωρη γιαγιά Νίνα, ο έντιμος Ντόκος που εκπροσωπεί τη χαμένη γενιά των νέων της Κατοχής, η κόρη του Ντόκου, Φανή, και βέβαια ο εσμός των δωσίλογων και μαυραγοριτών, Ασμάς, Σκίρπας και λοιποί. Τελικά, όπως περίπου έπραξε και ο εθνικοσοσιαλιστής Εξάγγελος με τον Ντόκο, πράττει και ο φαινομενικά ανατρεπτικός πλην ισορροπιστής Αστερίου με τον Σουκιούρογλου. Απορρίπτει την επικίνδυνη διατριβή του (χωρίς όμως η συγγραφέας να μας πείθει για τους λόγους). Είκοσι περίπου χρόνια αργότερα, ένα από τα πύρινα βράδια του Δεκεμβρίου του 2008, ο καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης Σουκιούρογλου θα ακολουθήσει την οργισμένη νέα γενιά στα άδυτα του Πανεπιστήμιου για να διαπιστώσει με έκπληξη αλλά και λύπη ότι «τα βιβλία τσιρίζουν όταν καίγονται». Το βασικό μέλημα της Νικολαΐδου είναι να αναδείξει μια από τις πλέον βρώμικες και κουκουλωμένες πλευρές της νεότερης Ιστορίας μας. Ομως ταυτόχρονα βάζει και μια σειρά άλλα σύγχρονά μας ερωτήματα: Πώς διαβάζουμε σήμερα την Ιστορία μας; Εχουμε το θάρρος να την αντιμετωπίσουμε χωρίς ιδεολογικά ή άλλα φτιασίδια; Μήπως όμως και η λεγόμενη καθαρή επιστημονική ιστορική έρευνα υποκρύπτει μια άλλη μορφή ιδεολογισμού; Πώς αναπαράγονται ακόμη και στο Πανεπιστήμιο, οι παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος, δηλαδή, οι πελατειακές, κομματικές σχέσεις και γενικότερα τα παιχνίδια εξουσίας; Ποιοι είναι οι κώδικες που συνδέουν την Ελλάδα της Κατοχής με εκείνη των μεταπολιτευτικών χρόνων; Μήπως το γνωστό εμβατήριο «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει» που διατρέχει το μυθιστόρημα; Η Νικολαΐδου βάζει πολύ ψηλά τον πήχυ σ’ αυτό της το μυθιστόρημα. Λογοτεχνικά, όμως, δεν τον πετυχαίνει πάντα. Δεν είναι λίγες οι φορές που παρά την ταχύτητα και την οξύτητα του μυθιστορηματικού λόγου, παρά τις καλοδουλεμένες και σφιχτές εναλλαγές των επεισοδίων, δίνεται η εντύπωση ότι από το μυθιστόρημα απουσιάζουν οι χυμοί, απουσιάζει μια εσωτερική θερμότητα, με αποτέλεσμα κάποιοι από τους ήρωες ή τα επεισόδια να μοιάζουν επιφανειακά, επίπεδα και προσχηματικά. Ωστόσο, παρά τις όποιες αδυναμίες του, το μυθιστόρημα δεν παύει να είναι αναμφισβήτητα ενδιαφέρον.