ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η παλιά Αυστρία του Γιόζεφ Ροτ

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να προσεγγίσει κανείς τη λογοτεχνία. Ο καλύτερος, όπως και για τα περισσότερα πράγματα και πλάσματα, είναι η αγάπη, πέρα από λογοτεχνικούς ή άλλους κανόνες.

Δεδομένου ότι η καλλιέργεια μιας τέτοιου είδους σχέσης ενέχει πάντα κάτι μυστηριακό -η αγάπη είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος απ’ όπου πηγάζουν κι ανθίζουν τα «θαύματα»- η σχέση αυτή είναι μοναδική και ανεπανάληπτη για τον καθένα.

Ο εραστής της λογοτεχνίας ξεχωρίζει από το λογοτεχνικό του εικονοστάσι. Με την πάροδο του χρόνου ξεχωρίζει και αρχίζει να σχετίζεται και να αγαπά με μια σειρά μυθιστοριογράφων, διηγηματογράφων και ποιητών, οι οποίοι εκπροσωπούν στα μάτια του τη λογοτεχνία καθεαυτή.

Η βαθιά προσωπική αυτή λίστα αν και πάντοτε περιέχει μεγάλα ονόματα του λογοτεχνικού κανόνα (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παπαδιαμάντη ή Ομηρο) προσδιορίζεται από τους λιγότερο γνωστούς -κι όχι οπωσδήποτε ελάσσονες συγγραφείς- τους οποίους ανακάλυψε μόνος του ο αναγνώστης κολυμπώντας στα άγνωστα βαθιά νερά της λογοτεχνίας.

Σε αυτή τη χορεία των σπουδαίων -σχετικά άγνωστων στο ευρύ κοινό- συγγραφέων τους οποίους ανακαλύπτει ξαφνικά κανείς και (συνήθως) μαγεύεται, ανήκει το δίχως άλλο και ο Αυστριακός εβραϊκής καταγωγής συγγραφέας Γιόζεφ Ροτ (1894-1939). Η φράση του Γιόζεφ Μπρόντσκι «κάθε σελίδα του Γιόζεφ Ροτ κρύβει ένα ποίημα» εξηγεί καλύτερα από πολλά δόκιμα δοκίμια το γιατί ο Ροτ συγκαταλέγεται στους συγγραφείς που μπορεί κανείς να λατρέψει, βρίσκοντας, βέβαια, απόλυτη εφαρμογή στο αριστούργημά του «Το Εμβατήριο Ραντέτσκι».

Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα δυσθεώρητο κατόρθωμα συγγραφικής μαεστρίας: οι διαδοχικές σκηνές που το συνθέτουν σκιαγραφώντας το πορτρέτο των μυθιστορηματικών ηρώων, από τον κεντρικότερο μέχρι τον πιο επουσιώδη για την εξέλιξη της πλοκής, μοιάζουν με τεράστιους πίνακες στους οποίους κάθε πινελιά προσφέρει ξεχωριστή απόλαυση. Εμβληματικές φράσεις-διαμάντια που σε άλλα βιβλία συναντάει κανείς αραιά και που, κοσμούν κάθε σχεδόν παράγραφο του βιβλίου.

Στα δύο έργα που τον καταξίωσαν, το «Εμβατήριο Ραντέτσκι» (1932) και το «Ιώβ. Το μυθιστόρημα ενός απλού ανθρώπου» (1930), συναντάει κανείς δύο από τα κομβικά θέματα τόσο του συγγραφικού όσο και του σημαντικού δημοσιογραφικού του έργου, την εξαφάνιση δύο κόσμων: της Αυστροουγγαρίας του αυτοκράτορα Φραγκίσκου-Ιωσήφ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και των Εβραίων της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης από τους Ναζί. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται μυθιστορήματα όπως «Η Κρύπτη των Καπουτσίνων» (1938), η «Φυγή δίχως τέλος» και η νουβέλα «Το μπούστο του Αυτοκράτορα» (1934). Ενώ στη δεύτερη πλάι στον «Ιώβ», το οποίο αφηγείται την ιστορία ενός θαύματος, απηχώντας κάτι από τα καλύτερα μυθιστορήματα του άλλου μεγάλου συγγραφέα της εβραϊκής διασποράς, τον νομπελίστα Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, κατατάσσεται η νουβέλα «Λεβιάθαν».

Πριν από το 1929, χρονιά καμπή στη ζωή και στο έργο του Ροτ συναντάμε μυθιστορήματα όπως το «Ηotel Savoy», «Ο βουβός προφήτης», «Ο ιστός της αράχνης», «Η εξέγερση» και τις νουβέλες «Απρίλιος» και «Ο τυφλός καθρέφτης», που διακρίνονται από την οξυδερκή ανατομία της εποχής και τον έντονο σατιρικό τους χαρακτήρα.

«Αυτό που μου επιβάλλεται πρώτο είναι ένα κάδρο, χωρίς λεπτομέρειες. Με στοιχειώνει μια τοποθεσία, μια ατμόσφαιρα. Γράφω φροντισμένα, κάνω τέσσερα χειρόγραφα και σβήνω πολύ. Κάνω διορθώσεις και στα τυπογραφικά. Είμαι ένα ευσυνείδητος εργάτης της γλώσσας. Τα γερμανικά είναι η πατρίδα μου, τα γαλλικά μια καρδιακή φίλη που μου προσφέρει φιλοξενία», αναφέρει σε επιστολή του στον Στέφαν Τσβάιχ.