ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το αρχέγονο παιχνίδι εικόνας και φωτός

Στην κλασική «Εφεύρεση του Μορέλ» (1940), του Αντόλφο Μπιόι Καζάρες, η συσκευή που έχει επινοήσει ο αινιγματικός Μορέλ σε ένα ερημικό νησί, δημιουργεί ένα φασματικό σύμπαν από ολογραφικές μορφές ανθρώπων που προβάλλονται ξανά και ξανά. Ο αφηγητής ερωτεύεται μία από τις γυναικείες, φασματικές μορφές που «περιδιαβαίνουν» το νησί, συνειδητοποιώντας ότι έχει ερωτευθεί ένα φάντασμα χωρίς ψυχή, την εικόνα μιας νεκρής. Αν όμως κλείσει τη μηχανή, ο έρωτάς του θα σβήσει για πάντα. «Η αρχέγονη ανάγκη του ανθρώπου να δημιουργήσει κινούμενες εικόνες έχει σαφώς να κάνει με την ανάγκη να ξορκίσει τον θάνατο, έχει να κάνει επίσης με τον έρωτα, και με το σεξ ακόμα», μας λέει ο Γερμανός σκηνοθέτης, εικαστικός και συλλέκτης Βέρνερ Νέκες. Και προσθέτει: «Το 500 π.Χ., ένας Κινέζος αυτοκράτορας τόσο πολύ λυπήθηκε με τον θάνατο της γυναίκας του, που ένας καλλιτέχνης σχεδίασε τη μορφή της σε ένα θέατρο σκιών για να τον παρηγορήσει. Εσείς οι Ελληνες, βέβαια, γνωρίζετε καλά περί θεάτρου σκιών. Εχετε το μοναδικό θέατρο σκιών που διαθέτει χρώμα».

Ο Βέρνερ Νέκες βρέθηκε στη χώρα μας με αφορμή την έκθεση Locus Solus, που στήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη, στην οδό Πειραιώς, με την καλλιτεχνική φροντίδα της Σωζήτας Γκουντούνα. Η έκθεση φιλοξένησε εγκαταστάσεις Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, καθώς και του Νέκες, όπως επίσης και πλήθος δράσεων και περφόρμανς, όμως το πιο ερεθιστικό κομμάτι αυτού του πρότζεκτ ήταν ο ίδιος ο Νέκες και η σειρά προβολών Media Magica. Οι προβολές αυτές πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του συνεδρίου που «έτρεξε» παράλληλα με την έκθεση, και το οποίο είχε θέμα τους συσχετισμούς θεάτρου και εικαστικών, αρχιτεκτονικής και επιστήμης. Η σειρά Media Magica αποτελείται από έξι συναρπαστικά, ιδιότυπα ντοκιμαντέρ, γεμάτα από τη μαγεία και το μυστήριο της κινούμενης ταινίας, που γύρισε ο ίδιος ο Νέκες. Σε αυτές, παρουσιάζει ο ίδιος τους μυριάδες (στην κυριολεξία) τρόπους και τις άπειρες κατασκευές και συσκευές, από την αρχαιότητα έως τα πρώτα φιλμ, με τις οποίες οι άνθρωποι προσπάθησαν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της κίνησης. Το πλούσιο αυτό υλικό προέρχεται από την προσωπική, τεράστια συλλογή του ίδιου του Νέκες. «Είναι ένα είδος εγκυκλοπαίδειας πάνω στις κινούμενες εικόνες, η οποία ακόμα συνεχίζεται. Δεν ξέρουμε πού θα μας βγάλουν τα πράγματα».

Ο Νέκες ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στη δεκαετία του ’60. Αρχισε να κάνει ταινίες το 1964, σε μια εποχή ακραίου αλλά γόνιμου καλλιτεχνικού πειραματισμού, ειδικά στο σινεμά. Λίγα χρόνια μετά, άρχισε να διδάσκει κινηματογράφο. «Μου ανέθεσαν να γράφω άρθρα για την τέχνη μου, οπότε προβληματίστηκα πάνω στη φύση του ίδιου του μέσου και την ιστορική του εξέλιξη».

Ο προβληματισμός και η ανησυχία έγιναν πάθος και, κάποια στιγμή, το Ινστιτούτο Γκαίτε του ανέθεσε να ερευνήσει την εξέλιξη των κινούμενων εικόνων σε διαφορετικούς πολιτισμούς. «Ηταν κάτι που έκανα στις διακοπές μου», μας λέει ο εσωστρεφής αλλά χαμογελαστός, απορροφημένος από την ασχολία του, Γερμανός συλλέκτης στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη. «Γύρναγα τον κόσμο, έψαχνα για τέτοιες συσκευές, τις αγόραζα και τώρα έχω μια τεράστια συλλογή. Ευτυχώς, μένω σε ένα παλιό εργοστάσιο παραγωγής δέρματος κοντά στο Ντίσελντορφ κι έτσι έχω πολύ χώρο. Η συλλογή μου ξεπερνά τις 35.000 αντικείμενα και θα έλεγα ότι, στο είδος της, είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο».

Η Media Magica είναι όντως συναρπαστική. Μια φαντασμαγορία δίχως καμία τεχνολογία, που έχει ως σημείο αφετηρίας την αρχαιότητα. «Από την εποχή του Αριστοτέλη, οι άνθρωποι πειραματίζονταν με φακούς και καθρέφτες, με τα ίδια τα φυσικά φαινόμενα, με το φως του ήλιου, της σελήνης, των άστρων, το φως και το σκοτάδι. Η έννοια της Camera Obscura είναι αρχαία. Επειτα, οι Κινέζοι ασχολήθηκαν πολύ με τη σχέση φωτός και σκιάς, με τον τρόπο που κινείται το φως. Θα πρέπει να θυμάστε ότι το σινεμά είναι μια ψευδαίσθηση: οι εικόνες δεν κινούνται στην πραγματικότητα, και την τεχνική του πώς γίνεται αυτό, την είχαν ήδη ανακαλύψει αιώνες πριν. Απλώς δεν είχαν την τεχνολογία και τη χημεία για να την εξελίξουν», τονίζει ο Νέκες.

Η κεντρική ιδέα πίσω από τη Media Magica είναι ότι το σινεμά, το φιλμ, είναι «πολλών ανθρώπων έργο». «Βεβαίως, δεν ήξεραν τότε πού θα οδηγούσαν κάποτε με τους πειραματισμούς τους και τα παιχνίδια τους. Διότι πολλές φορές επρόκειτο απλώς για παιχνίδια. Αλλά, βλέπετε, η αέναη αυτή αναζήτηση της εικόνας είχε κάτι υπαρξιακό. Πάντα θέλαμε η ακίνητη φύση να κινηθεί, η ύλη να πάρει ζωή – να της δώσουμε εμείς ζωή. Να διώξουμε τον θάνατο διατηρώντας ζωντανή την κίνηση μέσα από την εικόνα. Η ίδια η λέξη animation (σ.σ. κίνηση, κινούμενα σχέδια) σχετίζεται με τη λατινική ρίζα της λέξης «ψυχή»: anima».

Επιστροφή στην εποχή των αδελφών Λιμιέρ

Σύμφωνα με τον Βέρνερ Νέκες, η έλευση της ψηφιακής κάμερας και των ηλεκτρονικών υπολογιστών σηματοδοτεί, παραδόξως, μια επιστροφή στην πρώτη, πρωτόγονη εποχή του φιλμ. «Μετά από περίπου εκατό χρόνια, από την εποχή των Λιμιέρ έως σήμερα, στην ουσία επιστρέφουμε στο σημείο αφετηρίας – με ποια έννοια: η αρχική ιδέα, πριν από τους Λιμιέρ, ήταν οι κινούμενες εικόνες να είναι μια υπόθεση ιδιωτική. Οι μηχανές εκείνες με τις καρτέλες που εναλλάσσονται με τέτοια ταχύτητα που έχεις την αίσθηση πως ένας άνθρωπος τρέχει, ήταν μικρές και προορίζονταν για μία κατ’ οίκον διασκέδαση. Οι Λιμιέρ δεν ήταν αυτοί που επινόησαν την κινούμενη εικόνα. Ηδη ο Εντισον είχε προχωρήσει πολύ, αλλά υπήρχε και ένας Αγγλος, ο οποίος τραβούσε με κάμερα καθημερινές εικόνες. Αυτό όμως που έκαναν οι Λιμιέρ ήταν να μετατρέψουν το φιλμ σε βιομηχανία: ήταν οι πρώτοι που έκοψαν εισιτήρια και εισήγαγαν την έννοια της δημόσιας αίθουσας προβολών. Αυτό πια φαίνεται να αλλάζει. Από την άλλη, λόγω του ότι η ψηφιακή εικόνα είναι πιο φτηνή από το φιλμ, οι ταινίες που γυρίζονται είναι βαρετές. Οσο για το τρισδιάστατο σινεμά, δεν είναι κάτι καινούργιο. Η βιομηχανία καταφεύγει σε αυτό, όμως, μήπως και ξεπεράσει την κρίση της».