ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οι άνθρωποι δεν έχουν αίσθηση του μάταιου

Οσοι κινούνται στους δρόμους της Αθήνας, κυρίως του κέντρου, έχουν οπωσδήποτε συναντήσει τον ποιητή και μεταφραστή Χριστόφορο Λιοντάκη σε κάποια γωνιά της. Ετσι κι αλλιώς, σ’ αυτούς τους δρόμους θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρίσκεται το… γραφείο του. «Δεν μπορώ να βάλω μπροστά μου ένα λευκό χαρτί κι ένα μολύβι και να πω τώρα κάθομαι και γράφω, μου είναι αδύνατον. Γράφω όπου μπορείς κι όπου δεν μπορείς να φανταστείς…», λέει στην αρχή της συνάντησής μας, όταν του ζήτησα να μου δείξει τον αγαπημένο χώρο του σπιτιού του όπου κάθεται να γράψει.

Ζει εδώ και χρόνια στο κέντρο, παρακολουθεί τις εκδηλώσεις των ομοτέχνων του, παρακολουθεί πολύ θέατρο, αφουγκράζεται τον ρυθμό της πόλης. Και όλα αυτά περνούν στους στίχους τους. Στην τελευταία του συλλογή «Στο τέρμα της πλάνης» (εκδ. Καστανιώτης) θα συναντήσουμε τα γνώριμα υλικά της ποίησης του Χριστόφορου Λιοντάκη: την πόλη, τους μετανάστες, τον έρωτα. Μόνο που αυτή τη φορά λέει ότι δεν θα ξαναγράψει ποίηση, ότι αυτή η συλλογή θα είναι η τελευταία. Ετσι αισθάνεται τώρα, έτσι νομίζει αυτή τη στιγμή. Και δεν σημαίνει αυτό καθόλου ότι στο εξής κλείνεται στον εαυτό του και στο κατάφυτο ρετιρέ της οδού Δερβενίων. O Χριστόφορος Λιοντάκης εξακολουθεί να παρακολουθεί ό, τι συνδέεται με πολιτική και με πολιτισμό και φυσικά τους νέους ποιητές. Ξεχωρίζει, μάλιστα, μερικούς, νεότατους και δεν διστάζει να αναφέρει ονόματα: Νίκος Ερινάκης, Νίκος Σταυρόπουλος, Παναγιώτης Αρβανίτης, Νίκος Εβαντινός, Ανέστης Μελιδόνης. Διευκρινίζει: «Η αναφορά μου σ’ αυτούς οφείλεται αποκλειστικά στο ότι είναι νεότατοι και στο ότι έχουν εκδώσει μία μόνο συλλογή. Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι».

– Στα ποιήματα της τελευταίας συλλογής σας αφήνετε να υπονοηθεί, αλλά το δηλώνετε και κατ’ ιδίαν, πως θέλετε να είναι τα τελευταία. Γιατί;

– Το να προδικάζεις το μέλλον συνιστά ύβρι, που δεν θα ήθελα να την διαπράξω. Στην παρούσα φάση, όμως, αυτή είναι η διάθεσή μου. Μ’ έχει κατακλύσει μια αίσθηση ματαιότητας. Βέβαια, τα ποιήματα κάποτε γράφονται και ερήμην του ποιητή.

– Σε τι οφείλεται αυτή η αίσθηση της ματαιότητας;

– Σε πολλά, ιδιωτικά και δημόσια. Μ’ ενοχλεί το αντίστροφο: ότι, δηλαδή, οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά αίσθηση του μάταιου. Είναι τόσο διαβρωμένοι από τον καταναλωτισμό και τη γυαλιστερή επιφάνεια, που βουλιάζουν στον ζόφο της καθημερινότητας και αισθάνονται ευχαριστημένοι, σύμφωνα με τα πρότυπα που τους έχουν επιβληθεί. Η διαφθορά στη σύγχρονη Ελλάδα είναι τόσο μεγάλη, που καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να την καταπολεμήσει. «Η βαθιά Ελλάδα» μοιάζει άτρωτη. Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα τομίδιο -χάρη στην Κατερίνα Δασκαλάκη- με το κείμενο του Κώστα Αξελού «Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας», γραμμένο το 1954. Λες κι έχει γραφτεί σήμερα. Αυτό, πιστεύω, τα λέει όλα.

Το όπιο του λαού

– Ποιοι παράγοντες πιστεύετε ότι διαιωνίζουν αυτήν την κατάσταση;

– Πολλοί. Αλλά δεν νιώθω αρμόδιος να κάνω κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις. Περιορίζομαι, ωστόσο, στην τηλεόραση: τηλεοπτικά παράθυρα παραποιούν τα σοβαρά προβλήματα του τόπου. Μια τόσο εξαίσια λέξη, όπως τα παράθυρα, κατάντησε να είναι συνώνυμο του χυδαίου. Οι περισσότερες εκπομπές αποβλακώνουν. Στην εποχή μας, αυτό είναι το όπιο του λαού.

– Γιατί επιλέξατε αυτόν τον κάπως οριστικό τίτλο, «Στο τέρμα της πλάνης»;

– Καθώς περνούν τα χρόνια κι όλο και περισσότερο συνειδητοποιείς τα όριά σου σε κάθε δραστηριότητα, το τέρμα της πλάνης είναι αναπόφευκτο.

– Παρ’ όλα αυτά, νομίζετε ότι εξακολουθεί η εποχή μας να «σηκώνει» την ποίηση;

– Ολα είναι σχετικά. Βέβαια, για να μιλήσουμε τη γλώσσα της αλήθειας, ο ποιητής θέλει να διαβαστεί. Οταν όμως γράφω, γράφω πάνω απ’ όλα για μένα βέβαια, αλλά έχω πάρα πολύ έντονη την εικόνα κάποιων αγαπημένων προσώπων. Αυτοί είναι που πυροδοτούν μέσα μου τις ποιητικές εικόνες. Χωρίς αυτούς είμαι σίγουρος ότι δεν θα μπορούσα να γράψω και χωρίς τους φίλους μου δεν θα μπορούσα να συνεχίσω να υπάρχω. Ενας από τους μεγαλύτερους φόβους μου, από τις μεγαλύτερες αγωνίες μου, είναι να μη χάσω τους φίλους μου.

– Και στην προηγούμενη συλλογή σας, «Με το φως», αλλά και σ’ αυτήν υπάρχει έντονο στα ποιήματά σας το θέμα των μεταναστών. Τι είναι αυτό που κεντρίζει το ενδιαφέρον σας;

– Το μεταναστευτικό ρεύμα της τελευταίας εικοσαετίας άλλαξε ριζικά την ανθρωπογεωγραφία της Ελλάδας και δημιούργησε προβλήματα σ’ όλους τους χώρους του κοινωνικού γίγνεσθαι. Τα θετικά αυτού του φαινομένου αποσιωπούνται, τα αρνητικά υπερτονίζονται με αυθαίρετες γενικεύσεις. Τα προσωπικά προβλήματα των μεταναστών λίγους ενδιαφέρουν. Αλλά εδώ, νομίζω, πως κυρίως κρίνεται ο πολιτισμός κι όχι μόνο από τα έργα της τέχνης.

Με τον έρωτα ξοδεύεσαι, δεν αποταμιεύεις

– Το ερωτικό στοιχείο στην τελευταία συλλογή σας είναι ιδιαίτερα έντονο. Δεν υπάρχει ματαιότητα στον έρωτα;

– Φυσικά και υπάρχει. Μόνο που ο έρωτας είναι μια οριακή πράξη που και μέσα από τη ματαιότητά της εξαγιάζεται. Εξαγιάζεται γιατί με τον έρωτα αναλώνεσαι, ξοδεύεσαι, δεν αποταμιεύεις. Στη συλλογή αυτή προσπάθησα να καταγράψω όλη την πολυπλοκότητα του ερωτικού τοπίου, να το πλησιάσω από παντού, ενιαίο και αδιαίρετο, χωρίς στερεότυπα.

– Τι σας θλίβει και τι σας δίνει χαρά στους δρόμους αυτής της πόλης;

– Με θλίβει η άναρχη κίνηση, τα χιλιάδες αυτοκίνητα, τα παρκαρίσματα στα πεζοδρόμια, τα χαλασμένα πεζοδρόμια, τα καυσαέρια. Προσπαθώ, όμως, να κάνω αφαιρέσεις. Ετσι, μπορώ να χαίρομαι και να απολαμβάνω τα χαμόγελα των ανθρώπων, ερήμην τους, όταν χαμογελούν. Και νομίζω ότι παρά τις δυσκολίες της εποχής μας, οι άνθρωποι ακόμα χαμογελούν. Μου δίνουν χαρά τα παλιά κτίσματα και κυρίως τα ερειπωμένα σπίτια.

– Και η μετάφραση; Είναι βιοπορισμός ή πρωτογενής δημιουργία;

– Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, που μου ζητήθηκε να μεταφράσω με υλικό κίνητρο, όλα τα υπόλοιπα τα μετέφρασα από αγάπη και μόνο. Το οικονομικό όφελος ήταν απειροελάχιστο, αλλά δεν με νοιάζει. Δεν επεδίωξα να ζήσω από τη μετάφραση επειδή με τον τρόπο που μεταφράζω ήταν πάρα πολύ ασύμφορο. Και για μένα και για τους εκδότες. Τώρα αν είναι πρωτογενής δημιουργία είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα. Μπορώ να πω, όμως, ότι με βοήθησε πάρα πολύ στο να κατακτήσω τη γλώσσα.

– Τελικά, παρηγορεί η ποίηση;

– Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο για κάθε ποιητή. Ο ρόλος του ποιητή πρέπει να είναι παρηγορητικός. Να βοηθάει τον αναγνώστη του ώστε να βλέπει διαφορετικά, να ξεφεύγει από τους μοχλούς της σύμβασης και της συνήθειας, να τον αναφλέξει και να τον απογειώσει. Για να συμβεί, όμως, αυτό ο ποιητής πρέπει να είναι γενναιόδωρος. Γιατί «ο σπείρων φειδόμενος φειδομένως και θερίσει».