ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τέχνη χωρίς κόπο και χωρίς ψυχή δεν μπορεί να γίνει

Ψιλόβροχο. Το σκοτάδι καλύπτει τη σιλουέτα του παλαιού εργοστασίου. Τα ντουβάρια με μεγάλες τις τρύπες θυμίζουν κοιλιά κήτους που ξεβράστηκε δίπλα στην παραλία της Ελευσίνας. Από τα σωθικά του βγαίνει ένας αλλόκοτος ήχος -μια υποχθόνια βοή- που γεμίζει τις αίθουσες, την αυλή, τον αέρα. Και εκεί, μέσα στην αδυναμία της όρασης και της ακοής να προσδιορίσουν τι συμβαίνει – μια λεπτοκαμωμένη γυναικεία φιγούρα έρχεται προς το μέρος μας. Η Διοχάντη έμοιαζε να είναι μέρος του έργου της, οικοδέσποινα μιας άλλης διάστασης, που μας γνέφει να τη συναντήσουμε μέσα στα ερείπια. Κάπως έτσι, ακολουθώντας στα σκοτεινά την καύτρα του τσιγάρου της, είδαμε μια από τις πιο συναρπαστικές εκθέσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Μεστή νοημάτων, ποιητική, εμπνευσμένη.

Από το Ελαιουργείο – Σαπωνοποιείο Κανελλόπουλου στέκει μονάχα ένα κέλυφος. Μετά από δεκαετίες εγκατάλειψης, το καλοκαίρι του 2007, ο Δήμος Ελευσίνας έδωσε άδεια στην Καλλιόπη Λαιμού να τοποθετήσει μια εγκατάσταση. Το 2008 στο πλαίσιο των Αισχυλείων το παραχώρησε στον Μάριο Σπηλιόπουλο που του εμφύσησε πνοή με εικαστικές παρεμβάσεις και βίντεο. Τον διαδέχθηκε επάξια το 2009 η Λήδα Παπακωνσταντίνου. Φέτος, ήρθε η σειρά της Διοχάντης να δώσει ζωή στο κουφάρι που κάποτε έσφυζε από τα σμάρια των εργατών και τώρα στέκει βουβό μνημείο του βιομηχανικού παρελθόντος της περιοχής. Οι τρεις τελευταίοι καλλιτέχνες είχαν ως κατευθυντήριο άξονα τα Ελευσίνια Μυστήρια, τον άλυτο γρίφο της αρχαιότητας. Στάθηκαν απέναντι στο κτίριο με σεβασμό και πέτυχαν κάτι δύσκολο: να μην τους καταπιεί ο υποβλητικός χώρος αλλά να τους χρησιμεύσει ως πλατφόρμα αφήγησης, συγκίνησης, αλήθειας.

Η Διοχάντη, δεν προέβαλε ποτέ τον εαυτό της, δεν μόχθησε για τη δημοσιότητα αλλά έδωσε έμφαση στη χαμηλόφωνη ουσία της τέχνης της. Ηδη από τη δεκαετία του ’60 αφιερώθηκε στον διάλογο του χρόνου και του περιβάλλοντος, χωρίς να ενταχθεί σε κινήματα, γενιές και ομάδες. Περπάτησε μόνη της θαρραλέα, σε μια πορεία συνεπή και αδιατάρακτη από τις απαιτήσεις της αγοράς και τις μεταμορφώσεις της τέχνης. Η παρουσία της στην Ελευσίνα είναι μια ευτυχέστατη συγκυρία: η καλλιτέχνιδα που γνωρίζει άριστα πώς να αφουγκράζεται τους ψιθύρους, να σμιλεύει με το φως συνάντησε αυτό το οικοδόμημα με τις εγκλωβισμένες μνήμες. Κατάφερε να μεταμορφώσει τον θεατή σε μύστη, να υφάνει με ελάχιστα υλικά μια ατμόσφαιρα κατανυκτική, να αφυπνίσει αισθήσεις και ένστικτα.

Γλυπτική με φως και ήχο

Πίσω στο έρεβος ξανά. Η βροχή κάνει το χώμα να μυρίζει και μια συκιά στην αυλή βγάζει ένα αχνό άρωμα. Περπατάμε από το ένα κτίριο στο άλλο, ακολουθώντας τη Διοχάντη. Στην αρχή οι παρεμβάσεις της ενσωματώνονται στα γερασμένα μπετά. Χρησιμοποιεί υλικά που βρήκε μέσα στο Ελαιουργείο, παλέτες, σακιά, δοκάρια, πέτρες. Σταδιακά τα ίχνη της στον χώρο γίνονται όλο και πιο διακριτικά μέχρι που ολόκληρη η καλλιτεχνική δυναμική στηρίζεται μονάχα στο φως και τον ήχο. Σκηνοθετεί τις σκιές, δημιουργεί αόρατους γλυπτούς όγκους με το ηλεκτρονικό σάουντρακ που έφτιαξε ο μουσικοσυνθέτης Στέφανος Μπαρμπαλιάς, προσδιορίζει τις διαστάσεις με γυμνούς λάμπτήρες που κρέμονται από μισογκρεμισμένες οροφές. Το καλλιτεχνικό της «εγώ» δεν υπάρχει πουθενά, διαχέεται στην ατμόσφαιρα, γίνεται ένα με το οικοδόμημα. Η τέχνη της γίνεται αερικό, στοιχειό, αύρα, ποίηση, αραχνοΰφαντη συγκίνηση.

Λίγη ώρα αργότερα, καθίσαμε με την εικαστικό στο μικρό εντευκτήριο του δήμου στην αυλή του εργοστασίου. Μας διηγήθηκε μερικά περιστατικά: «Πριν από μερικές ημέρες μια κοπέλα βγήκε από την έκθεση και μου έδειχνε το μπράτσο της, την ανατριχίλα στο δέρμα της. Με ρωτούσε σχεδόν επιθετικά «Γιατί μου το κάνατε αυτό;». Αλλοι φεύγουν δακρυσμένοι. Αλλοι βουτηγμένοι στη σιωπή. Ο καθένας βρίσκει μια διαφορετική δίοδο επικοινωνίας με τον χώρο, αφήνεται, αισθάνεται. Ισως πια δεν είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε την καλλιτεχνική δημιουργία από το πρίσμα των αισθήσεων. Τα περισσότερα έργα σήμερα στηρίζονται στην έξυπνη ιδέα. Ομως τέχνη χωρίς κόπο δεν γίνεται, ούτε χωρίς ψυχή. Για να φτιάξεις κάτι, πρέπει να φας τα σωθικά σου, να νιώσεις τον πόνο, το χάος, να δεις την πορεία της ίδιας σου της ζωής». Εξουθενωμένη αλλά με μια παιδική φλόγα στα μάτια της, πεταγόταν κάθε φορά που έμπαινε κάποιος στο εργοστάσιο για να τον ξεναγήσει η ίδια. Και οι θεατές ακολουθούσαν με τη σειρά τους την καύτρα του τσιγάρου της μέσα στα μπάζα, τους τσιμεντόλιθους και το φεγγάρι.