ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια κατασταλαγμένη προσωπικότητα

ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ

1. Λουκάς Κούσουλας: «Και μόνος και μετά

πολλών ή όπως όπως». Εκδ. Γαβριηλίδη, 2009.

2. Λουκάς Κούσουλας: «Και μόνος και μετά πολλών» (Β΄ κύκλος). Εκδ. Γαβριηλίδη, 2010.

Πρόκειται για δύο τόμους μικρών κειμένων, από μία ώς τέσσερις σελίδες -συνηθέστερα δύο- το καθένα, του γνωστού φιλολόγου, ποιητή, πεζογράφου και μελετητή της λογοτεχνίας. Για την ακρίβεια, ο πρώτος τόμος, στις 211 σελίδες του, περιέχει 52 κείμενα, ενώ ο δεύτερος τόμος, στις 199 σελίδες του, περιέχει 79 κείμενα. Από ειδολογική σκοπιά, θα έλεγα πως έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή επιφυλλίδων που δεν έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και παρουσιάζονται απευθείας σε βιβλία. Είναι κρίμα που αυτές οι έξοχες επιφυλλίδες δεν βρήκαν θέση σε κάποια εφημερίδα, ώστε να διαβαστούν από ένα ευρύτερο κοινό. Τον θεματικό προσανατολισμό των κειμένων μας τον δίνει ο ίδιος ο Κούσουλας στο τρίτο κείμενο του πρώτου τόμου. Εκεί, μιλώντας για την εντύπωση που του έκανε, «στα τέλη της δεκαετίας του ’40», όντας φοιτητής, το «Χρονικό» του Κλέωνα Παράσχου, «κάτι σημειώσεις, σαν ημερολογιακές καταγραφές σκέψεων, σχολίων κ.λπ.», καταλήγει να πει: «Δεν φοβούμαι να το πω: ένα τέτοιο περίπου βιβλίο θα ήθελα, καιρό τώρα, να γράψω, περισσότερο φιλόδοξο, να συνδυάζει στις σελίδες του δοκίμιο, λογοτεχνική κριτική, λογοτεχνία, δική μου φιλοσοφία – καλό προπαντός γράψιμο!» Πράγματι, αναφέρεται σε μεγάλη ποικιλία θεμάτων, όπου προέχει τόσο η επικαιρότητα με τα καλά και τα άσχημά της όσο και το παρελθόν με τις μνήμες του. Ταυτόχρονα θίγονται ζητήματα της αρχαίας και της νεότερης λογοτεχνικής γραμματείας. Από την πλευρά της ανθρωπογεωγραφίας προέχουν δύο πόλοι: εκείνος του χωριού του συγγραφέα, του Πολύδροσου στον Παρνασσό, με την ευρύτερη περιοχή του, και ο άλλος της Αθήνας. Ενώ, χρονολογικά, οι αναφορές ξεκινούν από τα παιδικά και νεανικά χρόνια του συγγραφέα στο χωριό του και φτάνουν ώς τα χρόνια της τωρινής διαμονής του στην Αθήνα. Ο,τι ωστόσο χαρακτηρίζει τα κείμενα των δύο τόμων είναι η ποιότητά τους. Και πάνω σ’ αυτό έχω να σημειώσω τα ακόλουθα.

Πρώτα πρώτα ότι είναι κείμενα μιας κατασταλαγμένης προσωπικότητας. Σχόλια πάνω στη ζωή και τα γράμματα ενός ανθρώπου που «πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω». Ανθρώπου που παιδεύτηκε, με τη διπλή σημασία της λέξης, πολύ στο μακρύ ταξίδι της ζωής του. Ετσι, ώριμος πια, μπορεί να κρίνει πρόσωπα και πράγματα. Αυτό το αγροτόπαιδο από το Πολύδροσο του Παρνασσού, ξεκινώντας με σχεδόν αρνητικές προϋποθέσεις, που πορεύτηκε σύμφωνα με τα λόγια του «όπως όπως», κατάφερε να κατακτήσει μια ζηλευτή παιδεία. Αδιάψευστος μάρτυρας γι’ αυτό είναι οι αναφορές του στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Εύκολα μπορεί ένας φιλόλογος να κάνει λόγο για τον Ομηρο, τον Θουκυδίδη, τον Σοφοκλή κ.ά. Εύκολα από γνωστική άποψη. Ομως στην περίπτωση του Κούσουλα δεν έχουμε απλώς γνωστικές μνείες σε αρχαία κείμενα. Οι μνείες του έχουν οντολογικό παρονομαστή, με την έννοια ότι αποτελούν εσωτερικές κατακτήσεις του εαυτού του. Ετσι ώστε να μπορεί να τις εκθέτει ως βαθιές εμπειρίες του. Εξίσου οργανικό ή εκλεκτικά προσωπικό χαρακτήρα έχουν και οι αναφορές στη νεότερη γραμματεία, ελληνική και ξένη. Κοντολογίς, ο Κούσουλας δεν μιλάει παρά μόνο για ό,τι τον έχει αγγίξει από κάποια πλευρά κι έχει αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου μέσα του.

Μιλάει ανυπόκριτα

Από το άλλο μέρος, ο συγγραφέας αυτός έχει το θάρρος της γνώμης του. Αν και είναι από τους σεμνότερους ανθρώπους των γραμμάτων μας, για ό,τι τυχαίνει να έχει σχηματίσει δική του άποψη, μιλάει ανυπόκριτα. Εστω κι αν θίγει κάποτε στοιχεία που αφορούν, όπως λέμε, «βαριά χαρτιά» της λογοτεχνίας μας, εφόσον έχει να παρατηρήσει κάτι, δεν κάνει αβαρίες στην ευθύτητά του. Αντίθετα, μιλάει, σεμνά μεν, αλλά χωρίς περιστροφές. Παράδειγμα, το κείμενο που επιγράφεται «Το «α» (αν) του Σεφέρη». Οπου κακίζει τον Σεφέρη που χρησιμοποιεί συχνά το επτανησιώτικο «α» στη θέση τού «αν»: «Είναι, νομίζω -α δε γελιέμαι, όπως λέει κι ο ίδιος [ο Σεφέρης] συχνά- ένας ακόμα, γλωσσικός αυτός λαϊκισμός του πλάι σε άλλους». Ενώ αντιθετικά: «Οταν ο Σολωμός γράφει σε γράμμα προς τον Γεώργιο Ρώσση «απ’ εδώ δεν ξεκαρφώνουμαι α δεν καρφώσω τη μούσα» ή «Α δε μ’ έσπρωχνες δεν ήθελε κάμω ποτέ τίποτες», μιλά τη γλώσσα της μανούλας του». Είναι μια οξυδερκής παρατήρηση που θα ‘πρεπε να τη λάβουν υπόψη τους όσοι βάζουν γλωσσικά τον Σολωμό δίπλα στους Αθηναίους δημοτικιστές του 19ου αιώνα. Μιλούσα όμως για το θάρρος της γνώμης που χαρακτηρίζει τον Λουκά Κούσουλα. Μερικές φορές τον βλέπεις να τα φέρνει δύσκολα, καθώς παίρνει θέσεις όχι κοινώς αποδεκτές, ωστόσο δεν κάνει πίσω για ό,τι έχει κριθεί μέσα του και τελικά το λέει ξεκάθαρα.

Ενα τρίτο, που έχω να σημειώσω, αφορά την ειλικρίνεια και την εντιμότητα των γραπτών αυτών. Το αισθάνεσαι αμέσως πως βρίσκεσαι μπροστά σε κείμενα χωρίς, φανερές ή υπονοούμενες, ναρκισσιστικές ή επιδεικτικές χειρονομίες. Τα κείμενα, κι αυτό φαίνεται, δεν γράφτηκαν για να υπηρετήσουν κάποια σκοπιμότητα, αλλά γράφτηκαν από εσωτερική ανάγκη. Κατά τρόπο που να δείχνουν πως ο συγγραφέας τους δεν λογοδοτούσε, όταν τα έγραφε, αλλού παρά μόνο στη συνείδησή του. Αρκεί να διαβάσει π.χ. κανείς το κείμενο που επιγράφεται «Τα τρομαχτικά», για να διαπιστώσει τον συνειδησιακό βασανισμό του πάνω σε ορισμένο θέμα.

Τέλος, θέλω να πω ότι τα δύο βιβλία τα διακρίνει «καλό προπαντός γράψιμο». Απλό, χωρίς κορόνες, στρωτό, μετρημένο, κοντά στον προφορικό λόγο. Μια ροή χαμηλόφωνης ομιλίας, άνετης και λαγαρής. Ετσι που να χαίρεσαι να διαβάζεις. Πολλοί ίσως θεωρούν «το καλό γράψιμο» εύκολο και αυτονόητο. Δυστυχώς δεν είναι, γιατί, μεταξύ άλλων, στον γραπτό λόγο μας έχει, σε μεγάλο βαθμό, εμφιλοχωρήσει η ασαφής και συχνά κενόλογη δημόσια ρητορεία. Και ασφαλώς πίσω από το γράψιμο του Κούσουλα βρίσκεται ένας μακρύς δρόμος γλωσσικού προβληματισμού και αδιάλειπτης προσπάθειας. Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι τα δύο βιβλία του έχουν αρετές που τα κάνουν τόσο ευχάριστα όσο και βαθιά προβληματισμένα αναγνώσματα.