ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ερωτήματα ενώπιον του Κακού

Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς από τον αναπαυτικό του καναπέ για βιβλία όπως το «Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» του Ζαν Αμερί (κατά κόσμον Χανς Μάγιερ), ή εκείνα του Πρίμο Λέβι, του Βαρλάμ Σαλάμωφ ή του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν. Για μαρτυρίες ανθρώπων που σακατεύτηκαν ανεπανόρθωτα όταν η ανθρώπινη θηριωδία, σε μια συλλογική ιστορική της έκφανση, τους κατακρήμνισε στο έσχατο επίπεδο του απεχθούς σφάγιου, στερώντας τους το ελάχιστο ίχνος ανθρώπινης αξιοπρέπειας, δηλαδή, όπως τονίζει ο Αμερί, το δικαίωμα στη ζωή. Η επονείδιστη για το ανθρώπινο γένος εμπειρία των ναζιστικών λάγκερ και των σταλινικών γκουλάγκ δεν αφορά μόνον τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, αλλά ολάκερη την ανθρωπότητα στο διηνεκές. Εφόσον συμφωνήσουμε ότι η ανθρωπιά, αυτό που κάνει τον άνθρωπο, άνθρωπο, δεν είναι παρά ο αέναος προσωπικός αγώνας εξύψωσης της ψυχής από τον «βαρβαρικό βόρβορο» για την οποία κάνει λόγο ο Πλάτωνας.

Αυτόν τον φόβο ότι είμαστε ανίκανοι να ξεριζώσουμε, από τη ρίζα, το Κακό πασχίζει αποτυχημένα (όπως και οι άλλοι δύο, πλην του Σολζενίτσιν, αυτόχειρες συγγραφείς) να εξορκίσει με το βιβλίο του ο Ζαν Αμερί. Η ενοχή του επιζήσαντος που κατηγορεί διαρκώς τον εαυτό του ότι αδίκως επέζησε πολλών αξιοτέρων του, και το άφατο της βιωμένης φρίκης που καθιστά αδύνατη την εξιλέωση, βασανίζουν τόσο τον Αμερί, όσο και τον Λέβι.

Ωστόσο, η περίπτωσή του πρώτου -παρότι, όπως σοφά υπογραμμίζει ο Ζαν Φρανσουά Ματτεΐ ταυτίζοντας ναζισμό και σταλινισμό, «ο ολοκληρωτισμός δεν έχει διαβαθμίσεις και το κακό που προκαλεί δεν προσμετρείται με περισσότερο ή λιγότερο»- είναι τραγικότερη από εκείνη του Ιταλού επιζήσαντος. Κι αυτό διότι ο γερμανόφωνος Αμερί, ο οποίος δεν γαλουχήθηκε σε εβραϊκό περιβάλλον βρέθηκε ξαφνικά μετέωρος χωρίς πατρίδα, γλώσσα και ταυτότητα. Καταδικάστηκε στην εξορία ενός εσαεί ξένου τόπου (το Βέλγιο), και στην απώλεια μιας γλώσσας την οποία προσεταιρίστηκε για πάντα ο εχθρός. Παλεύοντας να ευαισθητοποιήσει τον άνθρωπο για τη φονικότητα που κρύβει μέσα του -την κοινοτοπία του κακού που ανέδειξε η Χάνα Αρεντ κι ο ίδιος αρνείται- ο Αμερί απαντάει έμμεσα στον σύγχρονο προβληματισμό σχετικά με την αναγκαιότητα ή όχι της πατρίδας και της καλλιέργειας.

Εχοντας υποφέρει την ανεστιότητα ως το ακροτελεύτιο βήμα πριν από την εξόντωση, ο Αμερί απαντάει κατηγορηματικά ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κοινωνία, δηλαδή χωρίς κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς. Και το πλαίσιο αναφοράς -όσο κι αν το αρνούμαστε σήμερα- δεν μπορεί να κατασκευαστεί ex nihilo, αλλά είναι άμεσα συνυφασμένο με την παιδική ηλικία ως εποχή της ανακάλυψης, δηλαδή παράδοσης από τους προηγούμενους, ενός κόσμου.

Ο Αμερί καταδεικνύει επίσης το ανώφελο της πνευματικής καλλιέργειας, η οποία στις συνθήκες του Αουσβιτς δεν αποτελούσε μόνον άχθος, αλλά και εγγύηση θανάτου, καθώς ο διανοούμενος είναι εξ ορισμού ο άνθρωπος του εύρωστου πνεύματος και του αδύναμου σώματος. Καταδεικνύει όμως επίσης τη ζηλευτή για τον ίδιο ανθεκτικότητα του ανθρώπου της πίστης: τόσο της μεταφυσικής, όσο και της πολιτικής, αναντικατάστατο στήριγμα στις ακραίες αντιξοότητες.

Ο τρόπος ορισμού του διανοουμένου εξεγείρει τον Λέβι, καθότι χωρίς ίχνος πίστης σε κάτι που υπερβαίνει την ευπόρθητη ατομικότητα, η καλλιέργεια καταντάει ένα άχρηστο, αν όχι θλιβερό παιχνίδι αυτοεπιβεβαίωσης. Υποδεέστερο κι από την υπονομευμένη ψυχοπαθολογική «πίστη». Ενα, ίσως, κριτήριο διαφοροποίησης είναι ότι η τελευταία δεν απαγκιστρώνεται από την ανάγκη της εκδίκησης.