ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η λογοτεχνία παίρνει μορφή κόμικς

Η διεθνής άνθηση του graphic novel, η τεράστια επιτυχία του ελληνικού «Logicomix» και εσχάτως του γαλλικού άλμπουμ «Ρεμπέτικο» που απέσπασε πολλά διεθνή βραβεία, επιδρούν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, το οποίο, σύμφωνα με τον σαραντάχρονο σχεδιαστή κόμικς, Θανάση Πέτρου, ξεπερνάει σταδιακά την παγιωμένη αντίληψη ότι τα κόμικς είναι προϊόν υποκουλτούρας ή ανάγνωσμα για παιδιά. Ο Πέτρου, γραφίστας στην «Ελευθεροτυπία» και πτυχιούχος γαλλικής φιλολογίας μετέφρασε στα ελληνικά το «Ρεμπέτικο» του Νταβίντ Προυντόμ, ενώ ταυτόχρονα φιλοτέχνησε το άλμπουμ «Παραρλάμα» (εκδόσεις «Τόπος») που περιέχει το ομώνυμο κι άλλα οκτώ διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά, σε μια προσπάθεια παντρέματος της λογοτεχνίας με τα κόμικς.

– Η ευτυχής συνάντηση ρεμπέτικου και κόμικς οφείλεται άραγε στο γεγονός ότι θεωρούνταν και τα δύο είδη υποκουλτούρας;

– Το ρεμπέτικο αντιμετωπιζόταν για πάρα πολλά χρόνια ως υποκουλτούρα σε όλους τους χώρους, κοινωνικούς και πολιτικούς. Η Δεξιά το κατέτρεχε γιατί το θεωρούσε έκφραση του λούμπεν προλεταριάτου, ενώ η Αριστερά το κυνηγούσε γιατί αποτελούσε δείγμα έκπτωσης, όπως υποστήριζαν, του κόσμου της εργατιάς. Ενός κόσμου που έπρεπε να ανυψωθεί από τον ταπεινό και ποταπό κόσμο των ρεμπέτικων φθηνοτράγουδων. Μετά το 1980, άρχισε η αναβίωση του ρεμπέτικου με την ανακάλυψη των πρώτων ηχογραφήσεων, της πλούσιας μουσικής παράδοσης που κουβαλάει μέσα του. Στο ίδιο μήκος κύματος και τα κόμικς θεωρούνταν ανάγνωσμα για παιδιά. Ιδίως στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία και δευτερευόντως στην Ισπανία και στην Ιταλία υπάρχει μεγάλη κουλτούρα κόμικς. Οι άνθρωποι τα διαβάζουν όπως διαβάζουν λογοτεχνία. Δεν υπάρχει διάσταση μεταξύ των δύο. Η σύζευξή τους αποτελεί οπωσδήποτε ευτυχή συγκυρία. Και το γεγονός ότι ασχολήθηκε ένας Γάλλος ακόμα ευτυχέστερη συγκυρία, γιατί δεν θα μπορούσε ποτέ να ασχοληθεί ένας Ελληνας. Θα δεχόταν άπειρα πυρά από πολλές μεριές: Από ειδήμονες, μελετητές ή φίλους του ρεμπέτικου. Γιατί το ρεμπέτικο του Προυντόμ είναι μυθοπλασία κι όχι ιστορικό τεκμήριο. Οι ιστορικές του, ωστόσο, ασυνέπειες δεν νομίζω ότι θίγουν την ποιότητα και το κάλλος του έργου. Θα ήταν όμως πολύ δύσκολο να το κάνει κάποιος Ελληνας και δύσκολα θα γινόταν επιτυχία αν το έκανε Ελληνας.

– Τι επιτυχία γνώρισε το «Ρεμπέτικο» και πώς την εξηγείτε;

– Στη Γαλλία πήγε πάρα πολύ καλά, βραβεύθηκε με το βραβείο «Ματιές στον κόσμο» στο φεστιβάλ κόμικς της Ανγκουλέμ το 2010 και με το μεγάλο βραβείο στο φεστιβάλ του Σαν Μαλό. Εχει βραβευθεί και σε άλλα γαλλικά φεστιβάλ και όχι μόνο εστιασμένα στα κόμικς. Πήρε π.χ. το βραβείο στο διεθνές φόρουμ κινηματογράφου και λογοτεχνίας στο Μονακό το 2010, καλύτερου διασκευάσιμου σεναρίου για κινηματογράφο. Η επιτυχία του στη Γαλλία είναι ανεξήγητη γιατί το ρεμπέτικο είναι εντελώς ξένο και εξωτικό στους Γάλλους. Η επιτυχία σε Ισπανία, Ολλανδία, Γερμανία και Ιταλία πρέπει να οφείλεται στην προηγούμενη επιτυχία του στη Γαλλία. Προφανώς το θέμα και ο τρόπος προσέγγισής του είναι πολύ ελκυστικός για τον αναγνώστη. Είναι ένα πολύ ισορροπημένο άλμπουμ. Τόσο σε επίπεδο αφήγησης, όσο και σε επίπεδο χρωματικό, σχεδιαστικό. Και το ξένο, που δεν το ξέρεις είναι πάντα ελκυστικό. Παρουσιάζει και μια όψη της Ελλάδας που δεν έχει σχέση με την αρχαιότητα ή ό,τι συνήθως ακούγεται για τη χώρα.

– Θεωρείτε ότι το ρεμπέτικο είναι για τους ξένους μια μόδα ή μια άλλη κουλτούρα;

– Δεν ξέρω αν είναι μόδα. Μάλλον ως κάτι εξωτικό πρέπει να το βλέπουν, όπως θα έβλεπαν οτιδήποτε άγνωστο, αλλά και ελκυστικό μαζί. Για τον Προυντόμ, τον οποίο γνώρισα, νομίζω πώς ήταν μια αποκάλυψη. Του αποκαλύφθηκε ένας κόσμος τελείως άγνωστος και αυτή η αυθεντικότητα, η μαγκιά, η μουσική και όλο το κοινωνικό πλαίσιο που ανακάλυψε ξαφνικά τον είλκυσαν πάρα πολύ.

– Ηξερε ελληνικά;

– Οχι καθόλου, διάβασε το βιβλίο της Γκέιλ Χολστ «Οι δρόμοι για το ρεμπέτικο» που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα στο 1979. Αυτός το διάβασε σε μια επανέκδοση που συνοδευόταν από ένα CD και συγκλονίστηκε από τα τραγούδια. Πήγε στο ελληνικό βιβλιοπωλείο «Δεσμός» στο Παρίσι και βρήκε κι άλλα στοιχεία, όπως το βιβλίο του Πετρόπουλου για τα ρεμπέτικα, κι άρχισε να δουλεύει το κόμικ για την ιστορία του ρεμπέτικου. Απ’ όσο ξέρω, του πήρε πάνω από δύο χρόνια για να το ολοκληρώσει. Ξεκίνησε το 2007 έκανε κάποια προσχέδια τα οποία τα παράτησε, έγραψε ξανά το σενάριο, το έδειξε στις εκδόσεις κόμικς Futuropolis, οι οποίοι ενθουσιάστηκαν με το βιβλίο και τον προέτρεψαν να προχωρήσει.

Μυθοπλασία

– Πρόκειται για αληθινή ιστορία ή για μυθοπλασία;

– Η ιστορία είναι παντελώς φανταστική, μια μυθοπλασία. Βασίζεται σε πραγματικά πρόσωπα, στην ξακουστή τετράδα ρεμπετών του Πειραιά: Μάρκο Βαμβακάρη, Γιώργο Μπάτη, Ανέστο Δελιά και Στράτο Παγιουμτζή. Αυτός αφαιρεί τον Παγιουμτζή και προσθέτει έναν Σταύρο που παραπέμπει στον Γιάννη Παπαϊωάννου, αν και δεν έχουν παίξει ποτέ μαζί. Στον πυρήνα των τεσσάρων προσθέτει έναν φανταστικό χαρακτήρα και αφηγείται ένα τους εικοσιτετράωρο. Τις βόλτες, τις μουσικές τους, τους μεταξύ τους, αλλά και τους καβγάδες με την αστυνομία κ.λπ.

– Δεν είναι παράξενο να μεταφράζεις ένα σενάριο μιας ιστορίας για το ρεμπέτικο από τα γαλλικά στα ελληνικά;

– Για μένα ήταν πολύ ελκυστικό, γιατί ασχολούμαι με τα ρεμπέτικα ακούγοντας από παιδάκι και εδώ και κάποια χρόνια παίζοντας, αλλά ταυτόχρονα και με τα κόμικς: Κάνω κόμικς και δουλεύω σε ένα χώρο που ασχολείται με τα κόμικς. Μου έδωσε λοιπόν μεγάλη χαρά όσο το μετέφραζα, αλλά και η τελική έκδοση. Ο Προυντόμ δεν χρησιμοποίησε ιδιαίτερα στοιχεία από τη γαλλική αργκό για να αποδώσει τη ιδιωματική γλώσσα των ρεμπετών, αλλά την καθομιλουμένη γαλλική, με κάποια λίγα ιδιωματικά στοιχεία. Ουσιαστικά έπρεπε να ξαναγραφτεί το κείμενο ώστε να φαίνεται πως μιλάνε άνθρωποι όπως ο Βαμβακάρης και ο Μπάτης, που έζησαν το 1930 στην Ελλάδα. Τα ιδιωματικά στοιχεία της γλώσσας των ρεμπετών τα πρόσθεσα αναγκαστικά εγώ.

Σαν «έντυπος κινηματογράφος»

– Θεωρείτε ότι για να μπορεί να απολαύσει κανείς την μαστορική της εικόνας στο κόμικ απαιτείται κάποια ιδιαίτερη καλλιέργεια;

– Για να διαβάσεις κόμικς χρειάζεται να ξέρεις την αλφαβήτα τους: Πώς γίνεται η διαδοχή των εικόνων. Δεν είναι βέβαια δύσκολο. Η μαγεία των κόμικς προκύπτει από τον συνδυασμό εικόνων και κειμένου. Είναι ένα είδος «έντυπου κινηματογράφου». Μια μορφή αφήγησης που προσφέρει απόλυτη ελευθερία ρυθμού και χρόνου. Στον κινηματογράφο, ο θεατής είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει τον ρυθμό του σκηνοθέτη. Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω και να ξανακοιτάξεις κάτι όπως στο κόμικς. Είσαι τελείως ελεύθερος και μπορείς να σταματήσεις και να σκεφτείς μια εικόνα, όπως μια πρόταση σε ένα βιβλίο.

– Τι χάνει κανείς και τι κερδίζει κάνοντας ένα λογοτεχνικό κείμενο κόμικ;

– Η μετάβαση στο κόμικ δίνει άλλη μορφή σε μια πιθανή ανάγνωση. Ο αναγνώστης διαβάζει την ανάγνωση του λογοτεχνικού έργου που έκαναν ο σεναριογράφος και ο σχεδιαστής. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να προδικάσει αν η ανάγνωση αυτή προσθέτει ή αφαιρεί κάτι στο λογοτέχνημα. Αυτό θα το κρίνει ο αναγνώστης.

– Θεωρείτε ότι πρόκειται για εκλαΐκευση;

– Οχι. Πρόκειται για μια άλλη ανάγνωση και για μια μεταφορά σε ένα άλλο μέσο. Σε καμιά περίπτωση για εκλαΐκευση. Δεν απλοποιείς κάτι. Είναι κάτι αντίστοιχο με τη μεταφορά ενός βιβλίου στον κινηματογράφο. Πρόκειται για άλλη γλώσσα. Το μόνο αρνητικό είναι ίσως ότι περιορίζει τη φαντασία γιατί η εικόνα δημιουργεί μια πραγματικότητα. Δίνει μορφή στο κείμενο του λογοτέχνη, βάζοντας τον αναγνώστη να ταξιδέψει μέσα από τη συγκεκριμένη εικόνα. Εγώ θεωρώ ότι αυτό που έκανα αποδίδει το ύφος, το περιβάλλον και την ατμόσφαιρα του Βουτυρά. Αυτό στη χειρότερη περίπτωση μπορεί να μπλοκάρει μιαν άλλη ανάγνωση, δεν είναι όμως εκλαΐκευση.

Το «πάντρεμα» με τον Βουτυρά

– Το δεύτερο δικό σου άλμπουμ κόμικς με διηγήματα του Βουτυρά, αποτελεί προσπάθεια σύζευξης κόμικς και λογοτεχνίας;

– Οχι, η πρωταρχική σκέψη δεν ήταν η σύζευξη λογοτεχνίας και κόμικς ώστε να στραφούν οι αναγνώστες περισσότερο είτε στη λογοτεχνία είτε στα κόμικς. Ηταν μια δοκιμή. Θέλαμε να δούμε κατά πόσο είναι δυνατή η μεταφορά της λογοτεχνίας σε κόμικς. Το αποτέλεσμα μας ικανοποίησε και μεταφέραμε σε κόμικς εννιά διηγήματα του Βουτυρά. Ο Βουτυράς νομίζω ότι ταιριάζει στη γλώσσα των κόμικς γιατί είναι ένας μείζον συγγραφέας, θα έλεγα, που αντιμετωπίστηκε ως ελάσσων από τους κριτικούς της λογοτεχνίας. Ενας παραγνωρισμένος. Τον είχαν διαγράψει και από την Ακαδημία κάποια στιγμή.

– Διακρίνετε κάποια συγγένεια του Βουτυρά με το ρεμπέτικο, ως κόσμο;

– Ναι, πάρα πολλές γιατί ο Βουτυράς αφηγείται την καθημερινότητα περιθωριακών συνήθως ανθρώπων που συχνάζουν στις ταβέρνες, στα καφενεία. Είναι μπεκρήδες, αποξενωμένοι, άνθρωποι εξόριστοι από την κοινωνία. Οπότε το ύφος και το ήθος των ρεμπετών ταιριάζει με τους ήρωες του Βουτυρά. Εχουν πολλά κοινά που δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

– Κινδυνεύει το κόμικ από την ενδεχόμενη «ηθογραφία» του Βουτυρά;

– Ο Βουτυράς βρίσκεται στα όρια της ηθογραφίας, δεν είναι Ξενόπουλος. Είναι πολύ περιθωριακός για να τον χαρακτηρίσουμε ηθογράφο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αντιπαλότητα. Θα προτιμούσα το σύγχρονο κόμικ να ήταν ηθογραφία με την κλασική έννοια: Να περιέγραφε, να παρουσίαζε και να σχολίαζε τον ελληνικό σημερινό τρόπο ζωής. Μεμονωμένες βέβαια προσπάθειες υπάρχουν, αλλά επειδή είναι ξενόφερτη τέχνη οι δημιουργοί κόμικς, όντας αναγνώστες κυρίως των αμερικανικών κόμικς (στα γαλλικά δεν έχουν πρόσβαση λόγω γλώσσας) επηρεάζονται πολύ από τη θεματολογία της αμερικανικής κουλτούρας. Το να «φορέσεις» τους υπερήρωες στην ελληνική πραγματικότητα δεν έχει, νομίζω, κανένα νόημα, παρά μόνο αν γινόταν περιπαικτικά.