ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

ΑΠΟΨΗ : Εξάντλησε από νωρίς το ενδιαφέρον και τη δυναμική του

Αναμφίβολα, ο Φίλιπ Ροθ είναι ένας εξαιρετικά χαρισματικός συγγραφέας. Το εθιστικό αφηγηματικό του ιδίωμα, οι εμμονές, το αιχμηρό του χιούμορ -αρετές εμφανείς από τα νεανικά του έργα, όπως το Goodbye, Columbus και το Portnoy’s Complaint- τον τοποθέτησαν από την αρχή της σταδιοδρομίας του στη λαμπρή παράδοση τιτάνων της αμερικανικής πεζογραφίας όπως ο Μπέλοου και ο Μάλαμουντ.

Ωστόσο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η τεραστιότητα που του αποδίδεται από πλήθος κριτικών και λογοτεχνικών θεσμών είναι υπερβολική, και μόνο σποραδικά αντανακλάται στο συγγραφικό του έργο της τελευταίας εικοσαετίας.

Ισως φταίει ότι φτάνοντας νωρίς στην κορυφή της εμμονοληπτικής του τέχνης με τη δημιουργία του Ζούκερμαν -που κριτική και κοινό ανγνωρίζουν ως το πλέον ολοκληρωμένο alter ego του συγγραφέα (εξ ου και τον σέρνει από βιβλίο σε βιβλίο, ως από μηχανής θεό) – και γνωρίζοντας τρομακτική επιτυχία και αποδοχή, ο Ροθ τεμπέλιασε, γεγονός απολύτως κατανοητό και σύνηθες στο σινάφι (αρκεί να σκεφτεί κανείς τον Νόρμαν Μέιλερ ή τον μετά-Rabbit Απνταϊκ) και αρκέστηκε σε ευφυείς, διαβαστερές παραλλαγές και ξεπατικωτούρες των νεανικών του επιτευγμάτων.

΄Η, ενδεχομένως, σε αντίθεση με τα ιερά τέρατα της γενιάς του (όπως οι ΝτεΛίλο, Πίντσον και Κόρμακ ΜακΚάρθι, οι έτεροι της «Αγίας Τετράδας» του Χάρολντ Μπλουμ) το συγγραφικό σύμπαν του Ροθ, ξεκινώντας και τελειώνοντας στην ανατομία της απροσάρμοστης ιδιοφυΐας και της εξ αυτής απορρέουσας πικρίας και ερωτικής μοναξιάς, εξάντλησε το ενδιαφέρον και τη δυναμική του από νωρίς – έτσι ώστε, παρά την πασιφανή του πρεμούρα να γράψει το «μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα» (έκδηλη και στο εξαιρετικά αδύναμο ομώνυμο βιβλίο του), η θεματική του Ροθ τον κρατούσε και τον κρατάει δέσμιο «μικρών» αναζητήσεων.

Εκεί που ο Πίντσον αποτυπώνει σε επιβλητικές, παραισθητικές τοιχογραφίες το φαρσικό στοιχείο της αμερικανικής μεγαλομανίας, ο ΝτεΛίλο (συγγραφέας, κατ’ εμέ, του great american novel – του αριστουργηματικού Underworld) την παρακμή και την ηθική χρεοκοπία του τεχνολογικού κόσμου και ο ΜακΚάρθι την ανατριχιαστική κτηνωδία της ανθρώπινης φύσης, ο Ροθ επιμένει να ανατέμνει την προβλέψιμη ψυχοσύνθεση φιλήδονων γερόντων, σε βιβλία που γίνονται ολοένα και πιο περίκλειστα, και ως εκ τούτου επιρρεπή σε προχειρότητες, απλουστεύσεις και αφέλειες (όπως, λ. χ., το ανεκδιήγητο εύρημα του αναλφαβητισμού της Faunia στο Human Stain [ανερυθρίαστη σεξιστική προβολή του συγγραφέα] ή ο αμήχανος, αν όχι ντροπιαστικός, φαντασιωσικός διάλογος του γηραλέου -και φέροντος πάνα-βρακάκι- Ζούκερμαν με την εικοσάρα πιτσιρίκα στο Exit Ghost).

Εν κατακλείδι, παρ’ όλο που τον διαβάζω συστηματικά και -στις καλές του στιγμές- τον αγαπώ, ο Ροθ είναι στα μάτια μου ένας άνισος συγγραφέας, που αυτοϋπονομεύεται διαρκώς και ασυναισθήτως. Το να γράφεις το ίδιο βιβλίο πολλές φορές δεν είναι συγγραφικό κουσούρι – πάρτε για παράδειγμα τον Κούντερα, ένα από τα ινδάλματα του Ροθ. Το ζητούμενο ωστόσο είναι κάθε βιβλίο να είναι έστω και λίγο καλύτερο από το προηγούμενο, χαρακτηριστικό που δύσκολα θα απέδιδε κανείς στον Ροθ παρατηρώντας την κατιούσα πορεία του από το Sabbath’s Theater μέχρι τα μικροσκοπικά, μονότονα, χολοπεριχυμένα μυθιστορήματα της τελευταίας πενταετίας.

* Ο κ. Αύγουστος Κορτώ είναι συγγραφέας.