ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οποιος δεν ακολουθεί τη μόδα, μένει εκτός

Στα σαράντα ένα του χρόνια ο Ντμίτρι Τσερνιακόφ είναι ένας από τους πιο γνωστούς Ρώσους σκηνοθέτες όπερας. Στην Ελλάδα έχουμε έναν λόγο παραπάνω να τον γνωρίζουμε, καθώς συνεργάζεται τόσο με τον αρχιμουσικό Θεόδωρο Κουρεντζή όσο και με τον βαρύτονο Δημήτρη Τηλιακό. Σε δική του σκηνοθεσία παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2009 στο Παρίσι ο «Μάκμπεθ» του Βέρντι, με διευθυντή ορχήστρας τον Κουρεντζή και τον Τηλιακό στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Στην Αθήνα ο Τσερνιακόφ φτάνει με μία ήδη διάσημη παράσταση που έχει κάνει τον γύρο του κόσμου και, όπως επίσης ο «Μάκμπεθ», έχει αποτυπωθεί σε dvd. Πρόκειται για τον «Ευγένιο Ονιέγκιν», την όπερα του Τσαϊκόφσκι που βασίζεται στο έμμετρο μυθιστόρημα του Πούσκιν. Σε σκηνοθεσία του Τσερνιακόφ πρωτοπαρουσιάστηκε στο μοσχοβίτικο Μπολσόι το 2006 και ακολούθησαν παραστάσεις σε Πεκίνο, Παρίσι, Τόκιο, στη μιλανέζικη Σκάλα, το λονδρέζικο Κόβεντ Γκάρντεν και στο Βασιλικό Θέατρο της Μαδρίτης.

Στη Μόσχα δόθηκε δημοσιότητα στις αντιρρήσεις της διάσημης υψιφώνου Γκαλίνας Βισνιέφσκαγια, συζύγου του Μστισλάβ Ροστροπόβιτς. Στη Δύση οι κριτικές ήσαν σχεδόν ανεξαίρετα διθυραμβικές. «Οι δηλώσεις της Βισνιέφσκαγια προβλήθηκαν πολύ», υπογραμμίζει ο Τσερνιακόφ. «Στο Παρίσι ακούστηκαν επίσης ορισμένοι θυμωμένοι ή κακόβουλοι ψίθυροι. Είναι γνωστό ότι το κοινό της όπερας είναι το πλέον συντηρητικό», συνεχίζει. «Ωστόσο, σήμερα στη Μόσχα τα εισιτήρια για όλες τις παραστάσεις του έργου έχουν ξεπουληθεί».

Μιας και τέθηκε η σύγκριση, άραγε εκείνος σκηνοθετεί διαφορετικά για το μοσχοβίτικο και το δυτικοευρωπαϊκό κοινό; «Διόλου», ενίσταται. «Με κατευθύνει μονάχα το προσωπικό μου γούστο. Είμαι και ο ίδιος θεατής. Επίσης, έχω πολλά χρόνια εμπειρίας. Δεν γνωρίζω το κοινό στο Βερολίνο και είναι δύσκολο να φανταστώ την ταυτότητα του μέσου θεατή εκεί, ώστε να ανταποκριθώ στις ανάγκες του. Προσπαθώ να ικανοποιήσω τον εαυτό μου. Αυτό είναι το πιο δύσκολο. Ομως, έχω παρατηρήσει ότι αν κάτι αρέσει σε εμένα, τότε και οι άλλοι το κατανοούν, και αρχίζει να τους αρέσει».

Δεν υπάρχουν όρια

Τι του αρέσει λοιπόν; Υπάρχουν κανόνες που ακολουθεί ή όρια που σέβεται όταν προσεγγίζει ένα έργο; «Δεν υπάρχουν όρια. Ποιος μπορεί να τα ορίσει; Το μόνο μέτρο είναι το αποτέλεσμα να είναι πειστικό, να έχει συνοχή, να φανερώνει μία συγκεκριμένη ιδέα. Ο, τι είναι εφήμερο, κερδοσκοπικό, τεχνητό, περιστασιακό, θα εξαφανιστεί με τον χρόνο, ενώ το αληθινό θα παραμείνει. Συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος πανικού».

 Ο Τσερνιακόφ μεταθέτει τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται ο «Ευγένιος Ονιέγκιν». Ομως δεν τοποθετεί τη δράση στο σήμερα. «Συνειδητή επιλογή», επιβεβαιώνει. «Ο λόγος που δεν μετέφερα τη δράση στον 21ο αιώνα είναι διότι το κοντινό παρελθόν δημιουργεί απόσταση ασφαλείας. Το κοινό στη Μόσχα δεν θα μπορούσε να ταυτιστεί με μία σύγχρονη παραγωγή, θα ήταν εχθρικό και καχύποπτο. Για μένα είχε σημασία να μας εμπιστευθούν και να συμπάσχουν. Σκηνικά, κοστούμια, όλα μαρτυρούν ότι η δράση εκτυλίσσεται στο παρελθόν», εξηγεί. «Οχι όμως στην εποχή του Πούσκιν, ούτε σε κάποιαν άλλη συγκεκριμένη. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε χρονική στιγμή ανάμεσα στην εποχή των Τσαϊκόφσκι και Τουργκένιεφ και στο 1950. Πρόθεση ήταν να αναμείξουμε διάφορες εποχές, να αποφύγουμε να δεθούμε σε μία. Κάθε απόπειρα να προσδιορίσουμε με σαφήνεια την εποχή στην οποία ζουν οι χαρακτήρες μας θα απέβαινε μοιραία, καθώς αμέσως θα ήγειρε ερωτήματα σχετικά με την κοινωνική και πολιτική κατάσταση: Βρισκόμαστε σε περίοδο ειρήνης ή αναταραχής, στην εποχή του τσάρου ή των κομμουνιστών; Στον δικό μας «Ονιέγκιν» όλα αυτά είναι περιττά, καθώς όλα εξελίσσονται στο στενό μονοπάτι της ιδιωτικής μοίρας».

Δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι ότι στην παραγωγή του Τσερνιακόφ όλες οι σκηνές διαδραματίζονται σε κλειστούς χώρους. «Στους εσωτερικούς χώρους ο έξω κόσμος δεν εισβάλλει, παρά μόνον σπάνια», εξηγεί. «Τα φυσικά φαινόμενα, η καταιγίδα, το λυκόφως, η ανατολή, η παγωνιά μένουν απ’ έξω. Στις πρώτες πέντε σκηνές του έργου εστιάζουμε αποκλειστικά στη ζωή μιας συγκεκριμένης οικογένειας. Στις τελευταίες τρεις βλέπουμε τη ζωή ενός άλλου σπιτιού που ανήκει σε άλλη κοινωνική τάξη. Στόχος είναι να αισθανθούμε όσα συμβαίνουν σε αυτούς τους ανθρώπους σαν να συμβαίνουν σε εμάς, ή σε κάποιους που γνωρίζουμε πολύ καλά».

Στο σκηνικό δεσπόζει ένα τεράστιο οβάλ τραπέζι. «Προφανώς δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Στη Ρωσία ο παραδοσιακός τρόπος να περνά κανείς τον καιρό του είναι γύρω από ένα τραπέζι. Πολλά και σημαντικά συμβαίνουν γύρω από αυτό. Στην παράσταση το τραπέζι με βοηθά να δείξω ότι η Τατιάνα, η κεντρική ηρωίδα, είναι αποκλεισμένη, δεν επικοινωνεί εύκολα με το περιβάλλον, αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τον κόσμο, την οικογένειά της, τους ανθρώπους. Εχει τη δική της εσωτερική ζωή. Ολοι οι άλλοι συγκεντρώνονται γύρω από το τραπέζι. Στις πρώτες σκηνές η Τατιάνα δεν κάθεται μαζί τους. Είναι πολύ δύσκολο να μοιραστεί τις κουβέντες, τα ενδιαφέροντα, τα αστεία τους. Διαρκώς επιδιώκει να φύγει, να κρυφτεί, να αποδράσει σε μία διαφορετική πραγματικότητα, που μοιάζει πιο αληθινή. Στις τελευταίες σκηνές, που διαδραματίζονται αρκετά χρόνια αργότερα, η Τατιάνα έχει υιοθετήσει τις αξίες των άλλων και πλέον κάθεται μαζί τους. Μπορούμε μονάχα να υποθέσουμε ότι βαθιά μέσα της έχει μείνει ίδια.

Σημασία έχει η επιτυχία

Μία από τις βασικές ανατροπές στην παραγωγή του Τσερνιακόφ σχετίζεται με τον ποιητή Λένσκι. Η ομήγυρη τον περιγελά, ο Λένσκι πεθαίνει από ατύχημα, όχι υπερασπιζόμενος τις αξίες του, όπως στον Πούσκιν. Αραγε δεν υπάρχει χώρος για έναν Λένσκι σήμερα; «Φυσικά και υπάρχει. Ομως, τέτοιοι χαρακτήρες δεν είναι της μόδας. Στο σύστημα αξιών της σύγχρονης Ρωσίας ο μοναχικός ρομαντικός ήρωας, αυτός που είναι έξω από τις δομές, δεν ενδιαφέρει πολλούς. Σήμερα σημασία έχει η επιτυχία. Οποιος δεν ακολουθεί τη μόδα, μένει στην άκρη. Πιστεύω ότι σήμερα οι άνθρωποι τους οποίους δεν κατανοούμε, δεν φαίνονται διόλου ρομαντικοί. Αυτοί που έχουν το θάρρος της γνώμης τους, υπερασπίζονται τα πάθη τους και το δικαίωμά τους στη ζωή, έχουν εξαφανιστεί, διότι πλέον δεν ενδιαφέρουν. Υπάρχουν σε μία παράλληλη πραγματικότητα».

Στις σημερινές πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, μεγάλο μέρος του πληθυσμού περιορίζεται στην κάλυψη βασικών αναγκών και η ποπ κουλτούρα έχει διαβρώσει κάθε έκφραση. Ποιον ρόλο πιστεύει ο Τσερνιακόφ ότι μπορεί να αναλάβει ένα κλασικό αριστούργημα, όπως το μυθιστόρημα του Πούσκιν ή η όπερα του Τσαϊκόφσκι; «Δεν θεωρώ υπεύθυνο να γενικεύσω. Δεν γνωρίζω ποιον ρόλο θα έπρεπε να παίξει η όπερα. Πιθανώς, απλά τον ρόλο που παίζει σήμερα, επειδή ακόμα πολλοί άνθρωποι θέλουν το είδος. Ας αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν. Αν έρθει η ώρα να πεθάνει το είδος επειδή δεν υπάρχει πλέον ανάγκη γι’ αυτό, ας γίνει έτσι. Αυτό που μπορώ να συνεισφέρω εγώ, είναι να κάνω τον κόσμο της παράστασής μου πιο ανθρώπινο, πιο συγκινητικό».