ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φωνή αγωνίας και ομόνοιας

Συντάσσω τις γραμμές που ακολουθούν με αίσθημα καθήκοντος μιας ιστορικού και πανεπιστημιακής δασκάλας. Αρκετά, όχι πολλά, χρόνια πριν από την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, Βυζαντινοί ιστορικοί διατύπωναν την αγωνία «πού έθνος, πού γένος, πού λαός;». Διατύπωναν επίσης τη θλιμμένη απορία, γιατί οι πλούσιοι είχαν εγκαταλείψει τη Βασιλεύουσα με τα πλούτη τους. Και μαζί τους είχαν φύγει πολλοί λόγιοι, είτε επειδή δεν συμφωνούσαν με τους ανθενωτικούς εκπροσώπους της Εκκλησίας -η σύνοδος της Φεράρας-Φλωρεντίας είχε καταλήξει άδοξα- είτε γιατί η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία -το Βυζάντιο- είχε συρρικνωθεί αποκαρδιωτικά λόγω των αλλεπάλληλων επί αιώνες τουρκικών επιδρομών, αλλά και της εσωτερικής κοινωνικής-πολιτικής παρακμής, είτε γιατί η Δύση, κατακερματισμένη και αυτή, κοντόφθαλμα δεν αντιδρούσε στον τουρκικό κίνδυνο. Πολλοί ήταν ακόμη οι λόγιοι που εγκατέλειψαν την Κωνσταντινούπολη για να απασχοληθούν στις αυλές και τις σχολές των ηγεμόνων και των Παπών της Αναγέννησης ή στα αναδυθέντα από τα τέλη του 15ου αιώνα τυπογραφεία.

Η ανατολή των κλασικών γραμμάτων έκανε περιζήτητη τη λογιοσύνη τους σε πολλαπλά επίπεδα και έτσι, με σημερινούς όρους, οι ικανοί στη γνώση εγκατέλειπαν ο ένας μετά τον άλλον την πρωτεύουσα της πάλαι ποτέ ένδοξης αυτοκρατορίας. Αρκετοί από αυτούς έγιναν κήρυκες προς ηγεμόνες της Δύσης μιας προσπάθειας εκστρατείας για απελευθέρωση της Βασιλεύουσας και της Grecia, της «Ελλάδος» (Βησσαρίωνας, Λάσκαρις, Μουσούρος, Αλλάτιος 16ος-17ος κ.ά. πολλοί).

Γιατί η εισαγωγή αυτή; Μήνες τώρα η κρίση που ζούμε μου φέρνει στο μυαλό τα διαβάσματα αυτής της περιόδου. Μολονότι η αυστηρή ιστορική μεθοδολογία θεωρεί αδόκιμες τις συγκρίσεις σε χασματικά αντίθετες χρονικές και κοινωνικοπολιτικές περιόδους, εντούτοις ας μου επιτραπεί ο αναλογικός συσχετισμός. Περνούμε τα τελευταία χρόνια μια βαθιά κρίση συνείδησης και προσανατολισμού, κρίση συνείδησης κοινωνικής, πολιτικής, εθνικής και τελευταία οικονομικής. Και αυτό συμβαίνει σε ένα ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ή μάλλον σε μια ευρωπαϊκή κοινωνία που διασπάται ιδεολογικά, κοινωνικά, πολιτικά και ανασυντάσσεται «εθνικά». Οι ευθύνες του ελληνικού πολιτικού-κομματικού κόσμου αλλά και πολλών εξ ημών -είμαστε όλοι πολιτικά σκεπτόμενα και δρώντα άτομα- είναι δεδομένες και οι οικονομικές εξ αυτών συνέπειες αναλύονται καθημερινά, έστω και αντικρουόμενα, από ειδικούς, οικονομολόγους και μη.

Οσον αφορά την ελληνική κοινωνική-ιστορική κρίση, φοβάμαι ότι η σύγκριση με τον 15ο αιώνα θα διαψεύσει την ιστορική μεθοδολογία. Το ενδιαφέρον, χρόνια τώρα, για την προσωπική μας κυρίως ευημερία, που φάνταζε να στηρίζεται στην εκκωφαντική κατανάλωση, στην εν πολλοίς απαξίωση του σεβασμού του δημόσιου χώρου και στην άκρατη κομματικοποίηση, μας οδηγεί, ίσως όχι όλους, στη μειωμένη προσπάθεια για την κοινωνική συμμετοχή και την ανάγκη της ενεργού, θετικής συμβολής όλων μας, από τα προβλήματα της γειτονιάς ώς σε αυτά του κράτους.

Οι νέοι μας, οι πιο μορφωμένοι και ικανοί, έφυγαν, φεύγουν, προσπαθούν να φύγουν στη Δύση, στην Ευρώπη. Ποια Ευρώπη; Την κατακερματισμένη, την αναζωπυρούσα τις φασιστικές τακτικές της δημιουργίας εχθρικών στερεοτύπων; Οι αρνητικές οικονομικές επιδράσεις είναι φανερές. Οι δημογραφικές έπονται. Και οι κοινωνικές και εθνικές ακολουθούν. Η Ευρώπη δεν είναι ίδια και το μέλλον της ως ιδέας είναι προς το παρόν άδηλο. Φοβάμαι ότι διακυβεύεται στο έμμεσο μέλλον η αυθυπαρξία των εθνικών κρατών, έτσι όπως τουλάχιστον σχηματίστηκαν από τον 19ο αιώνα, με πρώτο το μικρό ελληνικό. Χρέος μας είναι να κρατήσουμε την Ευρώπη ζωντανή και με αλληλοσεβασμό των λαών της.

Οι γραμμές αυτές είναι μια κραυγή αγωνίας και συνάμα ένα λιθαράκι προσκλητηρίου σε όλους μας να συνασπισθούμε για να αγαπήσουμε αυτόν τον τόπο, εργαζόμενοι με την ψυχή για την κοινωνική και πολιτική συνοχή της γειτονιάς μας, της πατρίδας. Ενα προσκλητήριο προς τους οικονομικά κραταιούς συμπολίτες μας να συμβάλουν με την ενίσχυσή τους, τη φανερή, επιδεικτική -αυτή τη φορά θα τους το συγχωρήσουμε- για να βγούμε από το τέλμα της πώλησης του φυσικού και οικονομικού πλούτου που διαθέτει η χώρα μας.

Στους ναπολεόντειους πολέμους η Αυστρία επέβαλε έκτακτες μεγάλες επιβαρύνσεις στις εξαιρετικά πλούσιες επιχειρήσεις των υπηκόων της και των Ελλήνων, ανάμεσα στους άλλους, παροίκων της Διασποράς, στην Τεργέστη, τη Βιέννη, την Πέστη και αλλού. Οι περισσότερες, τόσο ισχυρές που ήταν άλλωστε, επέζησαν και συνέχισαν και μετά τον πόλεμο να πλουτίζουν και τις βρήκε και η Ελληνική Επανάσταση πλούσιες και ακμαίες.

Ας αισθανθούν οι έχοντες -και είναι ευτυχώς πολλοί- την ανάγκη να βοηθήσουν την Ελλάδα και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να πλουτίζουν, τουλάχιστον συμβάλλοντας στη σωτηρία αυτής της χώρας. Και εμείς όλοι ας οπλιστούμε με πίστη να ενώσουμε τις δυνάμεις μας για να βγούμε από το τέλμα.

*Η κ. Ολγα Κατσιαρδή-Ηering είναι καθηγήτρια Ιστορίας Νέου Ελληνισμού, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.