ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Συντροφικότητα… μέχρι εξοντώσεως

Ζωρζ Σιμενόν, «Ο γάτος», μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ, Αγρα 2010.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ. Η φράση «Η κόλαση είναι ο άλλος» θα μπορούσε να αποδώσει συμπυκνωμένα το μυθιστόρημα του Σιμενόν «Ο γάτος», το οποίο ανήκει στα ψυχολογικού τύπου έργα του. Πρόκειται για ένα ψυχολογικό θρίλερ ήπιων τόνων, υποβόσκουσας απειλής, σιωπηρής επιθετικότητας. Ο Σιμενόν περιγράφει για άλλη μια φορά ακραίες ανθρώπινες καταστάσεις, ενώ οι ήρωές του είναι απλοί μικροαστοί της διπλανής πόρτας, τύποι όλων των εποχών.

Δύο ηλικιωμένοι που ζουν στην ίδια γειτονιά, χάνουν τους συντρόφους τους και μένουν μόνοι. Φαίνεται να μην αντέχουν τη μοναξιά και γι’ αυτό ο ένας επιζητεί τη συντροφιά του άλλου. Την πρωτοβουλία της επικοινωνίας την παίρνει η γυναίκα, η οποία ωστόσο πολύ γρήγορα θα αρχίσει να περιφρονεί τον άντρα που δέχτηκε να βάλει στο σπίτι της και να τον παντρευτεί. Η συγκατοίκηση σιγά σιγά αποδεικνύεται εφιαλτική, καθώς δύο εντελώς άγνωστοι άνθρωποι αποφασίζουν να ενώσουν τη μοίρα τους παρακινούμενοι από τον φόβο της μοναξιάς. Πρόκειται για επιλογή ανάγκης, η οποία εν τέλει αποδεικνύεται καταστροφική. Δύο ξένοι βρίσκονται κάτω από την ίδια στέγη και ο ένας πολεμάει τον άλλον, προσπαθεί να τον εξοντώσει, ένα παιχνίδι του τύπου «ο θάνατός σου η ζωή μου». Η γυναίκα, που κατάγεται από γνωστή οικογένεια της περιοχής, δεν εκτιμά τον απλοϊκό συνταξιούχο εργάτη σύζυγό της, τον οποίο δεν μπορεί να συγκρίνει με τον καλλιεργημένο πρώτο της άνδρα, που έπαιζε βιολί στην Οπερα του Παρισιού!

Ο θυμός τους μεγαλώνει όταν ο ανταγωνισμός τους μεταφέρεται στον γάτο του άνδρα και στον παπαγάλο της γυναίκας, δύο υπάρξεις που τονίζουν το «εγώ» των ηρώων και αποτελούν, θαρρείς, προέκταση της προσωπικότητάς τους.

Οταν ο άνδρας βρίσκει στο υπόγειο του σπιτιού τους δηλητηριασμένο τον γάτο του, είναι σίγουρος για το ποιος είναι υπεύθυνος. Και από εκείνη τη στιγμή ο πόλεμος μεταξύ τους γίνεται ακόμα πιο αδυσώπητος. Δεν μιλούν μεταξύ τους και όταν θέλουν να συνεννοηθούν για τα τρέχοντα ή για να προσβάλει ο ένας τον άλλον, τότε γράφουν σημειώματα, τα οποία είτε τα αφήνουν πάνω στα έπιπλα είτε ο ένας τα πετάει στον άλλον. Από εκείνη τη στιγμή η απειλή γίνεται ακόμα πιο μεγάλη στο σπίτι, και η εκδίκηση είναι βέβαιο ότι δε θα αργήσει να έρθει.

Ο συγγραφέας με φλας μπακ ρίχνει φως στις ιστορίες των δύο χαρακτήρων, ενώ αποκαλύπτονται περισσότερες λεπτομέρειες από το παρελθόν και το παρόν του άνδρα, από τα συναισθήματά του. Ο συναισθηματικός κόσμος της γυναίκας και οι αντιδράσεις της αποδίδονται μέσω της ματιάς του ηλικιωμένου, ο οποίος όταν θα κάνει την επανάστασή του, θα βρει καταφύγιο για ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο σπίτι και στην αγκαλιά μιας ιδιοκτήτριας μπιστρό. Εκεί δοκιμάζονται οι αντοχές αμφοτέρων, αλλά η επάνοδός του στο σπίτι δεν θα φέρει και την αλλαγή στη συμπεριφορά. Η καχυποψία και η περιφρόνηση θα συνεχίσουν να δηλητηριάζουν μέχρι το τέλος τη σχέση τους.

Η ιστορία αυτή αποδίδει με τον πιο σαφή τρόπο την περιπέτεια των ανθρωπίνων σχέσεων ανεξαρτήτως εποχής. Από τη μια ο φόβος της μοναξιάς, από την άλλη ο κοινωνικός περίγυρος που απαιτεί τη συνύπαρξη ωθούν ορισμένους ανθρώπους σε επιλογές που αποδεικνύονται ολέθριες. Ο εγωισμός αλλά και η συναισθηματική ανωριμότητα είναι τα εμπόδια για να καλλιεργηθούν οι σχέσεις, για να αναπτυχθούν, για να δεχτεί ο ένας τον άλλον με κατανόηση και αγάπη. Ο Σιμενόν γνωρίζει πολύ καλά πού μπορεί να οδηγήσει η φθορά μιας σχέσης και η τάση να επικρατήσει ο ένας έναντι του άλλου σε μια πάλη, στην οποία μόνον ηττημένοι υπάρχουν.

Ο απλός και σαφής, αφηγηματικός λόγος του Σιμενόν για άλλη μία φορά μάς οδηγεί στις κρυμμένες και σκοτεινές πλευρές της ύπαρξης, ενώ παράλληλα αποκαλύπτει εκρηκτικές στιγμές της καθημερινότητας. Η ιστορία αυτή μεταφέρθηκε, αν και υπήρξαν αλλαγές στο σενάριο, στον κινηματογράφο από τον Pierre Granier-Deferre το 1971, με τους εξαιρετικούς πρωταγωνιστές Jean Gabin και Simone Signoret.