ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οταν το νεοκλασικό συναντά το νεοβυζαντινό

ΑΘΗΝΑ. Οταν ακούς τη λέξη συμβιβασμός συνήθως ο νους δεν πάει στο καλό. Να, όμως, που ένας ιστορικός συμβιβασμός μπορεί να είναι και επωφελής. Οπως στην περίπτωση του Μεγάρου Τσίλερ – Λοβέρδου στην οδό Μαυρομιχάλη 6 και Ακαδημίας, όπου ο νεοκλασικισμός συνάντησε τον νεοβυζαντινισμό. Βέβαια, τόσα χρόνια το οίκημα φάνταζε απόμακρο στους πολλούς, όντας κλειδωμένο και σκοτεινό, κρατώντας τις αναμνήσεις -από τη ζωή του Τσίλερ που το έφτιαξε, αλλά και του Λοβέρδου που το κατοίκησε- μόνον για τους επιστήμονες.

Το κτίριο αυτό όμως ανοίγει τις πόρτες του, ζωντανεύει, αναστηλώνεται, με στόχο να δοθεί σε επανάχρηση, αφού εκεί θα φιλοξενηθεί το παράρτημα του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου.

Η συλλογή Λοβέρδου

Το τριώροφο Μέγαρο που πήρε και επισήμως την άδεια για αποκατάσταση από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, ενώ η οριστική μουσειολογική μελέτη εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Μουσείων, σύντομα θα δεχτεί ένα μπαράζ εργασιών προκειμένου να στεγάσει τη μεταβυζαντινή συλλογή Λοβέρδου.

Πριν όμως επιστρέψει στη ζωή της Αθήνας έχει σημασία να μάθουμε για την ιστορία των δύο κόσμων του. Αυτή τη συμπόρευση η οποία γίνεται κατανοητή με το που μπαίνει ο επισκέπτης στο οίκημα και από τη μία γοητεύεται με τα φυτικά μοτίβα στις τοιχογραφίες του Τσίλερ και από την άλλη αισθάνεται κατάνυξη βλέποντας το εκκλησάκι που έφτιαξε ο Λοβέρδος στην καρδιά του κτιρίου.

Ενα δύσκολο αλλά σημαντικό κτίριο με πολλές καινοτομίες, εξηγεί στην «Κ» ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων Νίκος Χαρκιολάκης, μιλώντας για τον φυσικό αερισμό του με δροσιά το καλοκαίρι και ζέστη τον χειμώνα αλλά και τα ανασυρόμενα ρολά των παραθύρων που πρώτος ο Τσίλερ καθιέρωσε και στο Ιλίου Μέλαθρον.

Η «σύγκρουση»

Αυτά όλα πρέπει να διακρίνονται στο κτίριο, αλλά και η δραστική επέμβαση του Λοβέρδου και των συνεργατών του, του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και της σημαντικής λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη.

Ο Ζάχος απεχθανόταν τον νεοκλασικισμό, ενώ ο Τσίλερ πίστευε πως ήταν ένα παράδειγμα «αντιδάνειου». Μέσα απ’ αυτή τη σύγκρουση, το οίκημα της οδού Μαυρομιχάλη έκρυψε τους θόλους του Γερμανού αρχιτέκτονα με μπαγδατί, κάλυψε τα πομπηινά χρώματα, πρόσθεσε ξύλινα στοιχεία και επενδύσεις. «Πρόκειται για ένα δύσκολο θέμα, αφού ο αρχιτεκτονικός νεοκλασικισμός και ο μουσειακός νεοβυζαντινισμός συγκρούονται στο ίδιο σπίτι», λέει ο κ. Χαρκιολάκης, τονίζοντας πως θα προχωρήσουν «σε μια συν-αναστήλωση και των δύο φάσεων στο ποσοστό που η κατάσταση διατήρησής τους το επιτρέπει». Γι’ αυτά μίλησε προχθές στο Βυζαντινό Μουσείο όπως και οι δύο νεότερες συνάδελφοί του, η Φωτεινή Χαλβαντζή και η Ιφιγένεια Δημητρίου, ωρομίσθιες αρχιτέκτονες το 2008, όταν ανέλαβαν τη λεπτομερή αποτύπωση και σχεδίαση του κτιρίου.

Το πράσινο φως δόθηκε, επιτακτική ανάγκη να εξασφαλιστούν και τα χρήματα. Να αποδοθεί όμως (για κατασκευαστικούς λόγους και πυρασφάλειας) από τους κληρονόμους και ο διώροφος διάδρομος που συνδέει το κτίριο με την οδό Ακαδημίας, προκειμένου να λάβει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας για το σημαντικό παράρτημά του. Η ολοκλήρωση του Μεγάρου θα δώσει μια νέα ευκαιρία σε αυτή τη γειτονιά της Αθήνας, προσφέροντας ένα καινούργιο μουσείο στην καρδιά της πόλης, και στους επισκέπτες τη δυνατότητα να θαυμάσουν κρυμμένες για χρόνια διακοσμήσεις του Τσίλερ αλλά και την αγάπη του Λοβέρδου για την τέχνη.

Στο Μέγαρο που έχτισε ο Τσίλερ το 1885 και έζησε με τη σύζυγό του Σοφία Δούδου, κόρη Ελληνα εμπόρου από την Κοζάνη, διατηρούσε και το γραφείο του, ενώ σε εξωτερική αποθήκη, εργαστήριο για την κατασκευή τσιμεντοπλακιδίων. Από τα πιο εντυπωσιακά σημεία του κτιρίου ήταν μεταξύ άλλων το υπνοδωμάτιο της Σοφίας, στο οποίο κυριαρχούσε το μονόγραμμά της και αποσπασματικά αρχαιολογικά θέματα.

Και παρεκκλήσι

Στη δεύτερη χρήση του κτιρίου από τον Κεφαλλονίτη τραπεζίτη, φιλότεχνο και συλλέκτη έργων μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής τέχνης Δ. Λοβέρδο, νέα κτίρια προστέθηκαν, χρησιμοποιήθηκαν ως μουσείο, ενώ στην πίσω αυλή ο αρχιτέκτονας Αρ. Ζάχος έπειτα από παραγγελία του νέου ιδιοκτήτη, έχτισε μονόχωρο παρεκκλήσι με τρούλο που διακόσμησε με ψηφιδωτά της Πολυχρόνης Ρενιέρη.

Η ιστορία του σε οκτώ ενότητες

Οι οκτώ ενότητες της μουσειολογικής μελέτης προβλέπουν: Οικία Τσίλερ (με σχέδια και μελέτες δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων), Συλλογή και Μουσείο Λοβέρδου (με αδημοσίευτο υλικό από κληρονόμους και το Βυζαντινό Μουσείο), Συλλογή Δ. Λοβέρδου (παρουσίαση όλης της συλλογής), Ζωγραφική στην Κρήτη (παρουσίαση έργων αυτής της περιόδου), Ζωγραφική στα Επτάνησα (έργα κυρίως Κρητικών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Βενετία και τα Επτάνησα), Παρεκκλήσι του Μουσείου (το έχτισε ο Αριστοτέλης Ζάχος και σώζει εντυπωσιακό τρούλο), Ελληνικό Δωμάτιο της Αγγελικής Χατζημιχάλη.