ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το αβέβαιο τέλος ενός ταμπού

Μια (φαινομενικά ασήμαντη) παράγραφος στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα που ψήφισε πρόσφατα η ελληνική Βουλή επιχειρεί να βάλει «φωτιά» σε ένα από τα ισχυρότερα μεταπολιτευτικά ταμπού: στην υπό όρους κατάργηση της νομοθετικής απαγόρευσης ψηλών κτιρίων στις ελληνικές πόλεις, και φυσικά, στην Αθήνα. Αν ανατρέξετε στο δεύτερο κεφάλαιο του εφαρμοστικού νόμου με τίτλο «Πολεοδομική ωρίμανση και επενδυτική ταυτότητα δημόσιων ακινήτων και λοιπές ρυθμίσεις για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας», θα διαβάσετε στην ενότητα των «γενικών όρων δόμησης» ότι «το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων και εγκαταστάσεων ορίζεται κατά ΓΟΚ, εκτός εάν από αρχιτεκτονική ή άλλη τεχνική μελέτη τεκμηριώνεται η παρέκκλιση από αυτό, οπότε και με τα προεδρικά διατάγματα του επόμενου άρθρου μπορεί να καθορίζεται για ορισμένες κατηγορίες ή περιπτώσεις κτιρίων και εγκαταστάσεων, ύψος μεγαλύτερο από το ανώτατο επιτρεπόμενο».

Ως «ανώτατο επιτρεπόμενο» ύψος ορίζονται σήμερα τα 27 μέτρα και τα περισσότερα ψηλά κτίρια της Αθήνας χτίστηκαν κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας. Η πρόνοια στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα σχετίζεται πιθανότατα με τις διεργασίες για την αξιοποίηση του παλαιού αεροδρομίου στο Ελληνικό αλλά και τα επενδυτικά σχέδια στο λιμάνι του Πειραιά.

Αστικοί μύθοι

Ο κ. Γρηγόρης Μαλούκος είναι από τα παλαιότερα μέλη της ελληνικής κοινότητας του skyscrapercity.com, ενός διεθνούς ιστότοπου για τα ψηλά κτίρια και τις κατασκευές. Φυσικά, είναι θετικός στην προοπτική ανέγερσης πραγματικά ψηλών κτιρίων στην ευρύτερη Αθήνα. «Δυστυχώς, η συστηματική και μονόπλευρη παραπληροφόρηση όσον αφορά το θέμα, ελλείψει και συστηματικού αντιλόγου, έχει δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις και αστικούς μύθους». Σε ποιους μύθους αναφέρεται;

«Ο πρώτος μύθος σχετίζεται με αυτό καθαυτό το μέγεθος των κτιρίων, που θα σκιάσουν δήθεν τον αττικό ουρανό ή θα καταστρέψουν τη θέα της Ακρόπολης. Κατ’ αρχάς, μάλλον δεν υπάρχει λογικός άνθρωπος ο οποίος θα επιθυμούσε την ανέγερση ψηλών κτιρίων σε οπτική γειτνίαση με την Ακρόπολη ή τον Λυκαβηττό. Το πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας, όμως, αρχίζει πλέον από το Καπανδρίτι και εκτείνεται μέχρι την Ελευσίνα και τη Βούλα, πολύ μακριά από οποιαδήποτε περιοχή ιστορικού ενδιαφέροντος».

Αλλά για ποιες τάξεις μεγέθους μιλάμε; «Οι πολέμιοι αναφέρονται παραπλανητικά στο Ντουμπάι», υπογραμμίζει ο κ. Μαλούκος, «λησμονώντας ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις στα μεγέθη των ψηλών κτιρίων και εκεί μιλάμε για «υπερυψηλά» όπως ονομάζονται κτίρια τριακοσίων έως οκτακοσίων(!) μέτρων. Αυτά τα μεγέθη δεν έχουν σχέση ούτε καν με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, πόσω μάλλον με την Αθήνα, για την οποία οι υπάρχουσες προς υλοποίηση προτάσεις προσώρας δεν υπερβαίνουν τα 120 – 130 μέτρα (ενδεικτικά ο πύργος Αθηνών έχει ύψος 103 μέτρα)».

Αλλά το θέμα για πολλούς «φανατικούς» του ύψους το θέμα είναι κυρίως ιδεολογικό. Ο κ. Μαλούκος δεν αποτελεί εξαίρεση. «Ορισμένοι μιλούν με βδελυγμία για το χαρακτήρα αυτών των κτιρίων τα οποία στεγάζουν εταιρείες και είναι απάνθρωπα σύμβολα του καπιταλισμού κ.λπ. Από την άλλη, όμως, ποιος δεν θα ήθελε για παράδειγμα οι εν πολλοίς απροσπέλαστες κρατικές υπηρεσίες που είναι διεσπαρμένες στη λεωφόρο Μεσογείων να είχαν στεγαστεί σε ένα ωραίο ψηλό κτίριο στην αλάνα του σταθμού μετρό του Νομισματοκοπείου, το οποίο θα περιβαλλόταν από ένα μεγάλο πάρκο με π.χ. υπηρεσίες εστίασης, παιδικό σταθμό και άλλου είδους ευκολίες αντί να τρέχει πάνω-κάτω σε μια άσχημη, βρώμικη και πηγμένη στο καυσαέριο λεωφόρο για να κάνει τη δουλειά του;»

Μαζί με πολλούς άλλους, ο κ. Μαλούκος πιστεύει ότι ήλθε ο καιρός με ψυχραιμία και ωριμότητα να επανεξεταστεί το θέμα των ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα. «Με μια σωστή στρατηγική μπορούν σίγουρα να βρεθούν χώροι ανέγερσης ψηλών κτιρίων, τα οποία θα συμβάλουν σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανάταξης των λειτουργιών της πόλης της Αθήνας, όπως επιτυχημένα έχει συμβεί σε ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα θα προσθέσουν νέα μητροπολιτική χροιά και θα λειτουργήσουν όχι επιβαρυντικά αλλά αναζωογονητικά στην ανανέωση της αστικής ταυτότητας της πόλης, δημιουργώντας ένα δυναμικό δίπολο συνύπαρξης του παλιού με το νέο».