ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Ημουν διεκπεραιωτής των μεγάλων ονομάτων»

Ο λεπτός 55άρης με το καλοκαιρινό σκουφάκι στο κεφάλι και το αβέβαιο βήμα δεν θυμίζει σε τίποτε τον μακρυμάλλη τραγουδιστή που πρόβαλε ελπιδοφόρα στην σκηνή του ελληνικού τραγουδιού της δεκαετίας του ’80. Τα μαλλιά έζησαν τις δικές τους ήττες, όπως αποκαλύπτει το κοντό κούρεμα κι εκείνος βίωσε τις δικές του για μία 15ετία πριν βρει τελικά τον δρόμο που αναζητούσε έφηβος, σαν έφυγε από τη Νέα Αγχίαλο Βόλου.

Το στριφτό τσιγάρο δίνει τον απαραίτητο χρόνο για την παραγγελία του πρώτου εσπρέσο και τις τυπικές κουβέντες της αρχής. Αφορμή η «Εκποίηση 1», ο δίσκος που έβγαλε και σε βινύλιο με δύο εξαιρετικούς μουσικούς, τον Αλέξανδρο Παρασκευόπουλο (μπάσο) και τον Δημήτρη Μπαρμπαγάλα (ηλεκτρική κιθάρα).

Είναι όμως εκείνος ο πεντάλεπτος χείμαρρος «Ανθρωποι μόνοι» που κάνει τη διαφορά για τα όνειρα και τις συνειδήσεις του σήμερα, αλλά και το βιβλίο του «Περιμένοντας τον Λάκη Ρα» (εκδ. Εικοστός πρώτος).

Στον Κώστα Γανωτή δεν αρέσουν οι τίτλοι. Δεν νιώθει τραγουδιστής, αυτοδίδακτος μουσικός είναι, «κατασκευαστής» όπως λέει. «Στον χώρο πάντα αισθανόμουν δίπλα, ποτέ μέσα».

Καλλιτέχνης -κι ας απεχθάνεται τον όρο- που ξεκίνησε με ένα αγροτικό οργώνοντας τα μπουζούκια της επαρχίας, λάτρεψε την τζαζ και γοητεύθηκε από τη φωνή του Ξυλούρη. Εγινε γνωστός δίπλα στους: Γαλάνη, Αλεξίου, Πρωτοψάλτη, Βουτσινά, Κραουνάκη, Νικολακοπούλου κυρίως στις «Λεωφόρους», αλλά παρηγορήθηκε στις Καρυές και βρήκε τον εαυτό του στην ποίηση. Καβάφης, Ρίτσος, Σαραντάρης, Παπατσώνης, Δημουλά, Μουντές είναι οι ποιητές που ανακάλυψε μετά τα 30 και αυτοί που τον βοήθησαν με τον λόγο τους «να μη φοβηθώ να εκφράσω με λέξεις όσα ένιωθα».

«Ούτε το απολυτήριο του Γυμνασίου δεν πήρα. Οχι γιατί ήμασταν μια στερημένη οικογένεια. Αν στερήθηκα, ήταν αφ’ εαυτού. Εγινα μουσικός, δούλεψα στα μπουζούκια της επαρχίας, επέλεξα μιαν άλλη ζωή. Κάποτε στο «Λα Σιτέ» της Θεσσαλονίκης, σε μια πρόβα έπαιζα κομμάτια του Κ. Χατζή. Με πλησίασε ο Τώνι Μαρούδας και με ρώτησε «είσαι Ρομά;». Του απάντησα αρνητικά. «Γίνε πρώτα και μετά παίξε αυτά». Καταλαβαίνω τους Τσιγγάνους κι ας μην είμαι. Η ζωή μου ήταν ενός περιπλανώμενου. Ανακαλύπτοντας αργότερα τους ποιητές, προσπαθούσα να βρω πίσω από τις γραμμές την ανάγκη τους να γράψουν. Η ποίησή τους με παρηγόρησε, με στήριξε, με «καλλιέργησε», μου έλυσε απορίες υπαρξιακές».

– Στο τραγούδι ξεκινήσατε επηρεαζόμενος από τον θείο σας, τον Πάνο Κόκκινο.

– Αδερφός της μητέρας μου, έφυγε από το χωριό να βρει τη μοίρα του γιατί ήταν καλλίφωνος. Βραβεύθηκε στο Φεστιβάλ Τραγουδιού και έκανε καριέρα στον χώρο του ελαφρού τραγουδιού. «Σαν να σε έχω φτύσει στο στόμα», μου έλεγε. Κάθε φορά που ερχόταν στο χωριό, έφερνε έναν κοσμοπολιτισμό που με σαγήνευε.

– Ωστόσο, σαγηνευτήκατε και από τα επαρχιακά μπουζούκια και τον κόσμο τους, τον οποίο πάντα περιφρονούσε ο ανάλογος της Αθήνας.

– Εκεί έμαθα τι σημαίνει μπέσα. Να δίνεις τον λόγο σου. Στους «διανοουμενίστικους» χώρους των Αθηνών -αν και υπάρχουν εξαιρέσεις-, άκουσα «ανθρώπους-μαγνητόφωνα» να επαναλαμβάνουν τσιτάτα για να εντυπωσιάσουν παρέες και ύστερα να αλληλοκαρφώνονται. Στα μπουζουξίδικα συμπορεύθηκα με ανθρώπους «σπαθιά», όπως ο Κάρολος ο Μιλάνος, λαϊκούς που τραγουδούσαν τον νταλκά τους και το άχτι τους για την παπαδο-αστυνομοκρατούμενη καταπίεση την οποία αδυνατούσαν να ορίσουν με πολιτικό τρόπο. Ηταν μέρος του καημού και της κακοτυχίας τους. Τότε έπαιζα μπάσο της κακιάς ώρας και το άφησα για να κάνω τον τραγουδιστή. Καταλαβαίνει κανείς ότι δεν μπήκα στη διαδικασία από μεράκι προς τη μουσική ή την τέχνη. Μπήκα στον χώρο γιατί δεν είχα άλλο δρόμο φυγής από τη μικροκοινωνία. Νόμιζα ότι απέκτησα υπόσταση στα μάτια των συγχωριανών μου γιατί δούλευα στη νύχτα και επιβίωνα φιλοξενούμενος σε ξενοδοχεία από συναδέλφισσές μου, συχνά διωγμένος, άλλοτε βγάζοντας μεροκάματο. Αυτή ήταν η ζωή μου.

– Μια ζωή στο περιθώριο, τι έλεγαν οι γονείς γι’ αυτό;

– Μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνουν με μένα, αφέθηκαν σε αυτό που είμαι. Η μητέρα μου γνώριζε την τυραννία του αδερφού της. Αντίστοιχη πορεία έβλεπε και σε μένα. Ο πατέρας, ταχυδρομικός υπάλληλος που είχε καλή φωνή, μία μόνο φορά με άκουσε σε μαγαζί και ύστερα μου είπε: «Φαλτσάρισες σ’ εκείνο το σημείο». Η μαμά δεν ήρθε ποτέ ούτε κι όταν τραγουδούσα με μεγάλα ονόματα. Μόνο στην τηλεόραση με παρακολουθούσε. Κάποια φορά ήμουν στον τόπο μου για μια εμφάνιση με μεγάλα ονόματα και παρ’ ότι το σπίτι ήταν απέναντι, δεν ήρθε. Οταν τη ρώτησα για ποιο λόγο, μου απάντησε: «Σε λυπάμαι». Σπουδαία γυναίκα, έβλεπε πίσω από τα μάτια και τη συμπεριφορά μου.

– Φοβικός, παρασιτικός, χαραμοφάης, μονίμως άφραγκος, ένας γιεγιές που τραγουδούσε λαϊκά, ένας άνθρωπος γεμάτος ήττες, γράφετε για τον εαυτό σας σε αυτό το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Γιατί τόση ανάγκη να στραπατσαριστείτε;

– Τα χρόνια που σταμάτησα το μεροκάματο της νύχτας ψάχνοντας να βρω κάτι καλό μέσα μου, δεν θα μπορούσα να τα καταφέρω αν δεν είχε αποδομηθεί. Δεν είναι εύκολο να αντικρίσεις τον εαυτό σου με τα δικά σου μάτια. Ηθελα πραγματικά να τσακίσω αυτό που διευκόλυνε τον ναρκισσισμό μου. Ηχογραφούσα δίσκους, αλλά έβλεπα ότι το αποτέλεσμα δεν γινόταν αποδεκτό σε σχέση με αυτό που εξέπεμπα. Υπήρχαν πάντα καλούπια. Στη μεταπολιτευτική περίοδο έπρεπε να ήμουν σαν στραβοχυμένος λουκουμάς ή να ποζάρω με το αμπέχωνο. Δεν ταίριαζα ούτε με την κομματική συντεχνία ούτε με τα άλλα πρότυπα.

– Η συντεχνία του έντεχνου πώς ήταν;

– Από τη σκύλα έπεσα στη Χάρυβδη. Τακτικές και σχεδιασμοί, σήμερα θα πιούμε καφέ με τον τάδε. Αρχισα να νιώθω πάλι άβολα. Αλλωστε, δεν δήλωσα ποτέ τραγουδιστής ούτε τραγουδοποιός, κατασκευαστής είμαι, τίποτε άλλο.

– Τα μεγάλα ονόματα του τραγουδιού τι σας πρόσφεραν;

– Μεγάλες κουβέντες και αποδοχή της στιγμής. Δεν με άφηναν να πω τα δικά μου τραγούδια γιατί «δεν περνάνε στον κόσμο». Ημουν ένας διεκπεραιωτής διασκεδαστής που κάλυπτε τα κενά της αμηχανίας τους.

– Σε ποιους οφείλετε;

– Η Αλκηστις μου σύστησε τον Βουτσινά, έναν άνθρωπο που με στήριξε και με απεγκλώβισε από τις φοβίες. Δεν μπορώ να κάνω δεύτερες φωνές κι ακόμη αναρωτιέμαι πώς έκανα δίσκους, όμως εκείνος μου είπε: «Αυτός που κάνει δεύτερη φωνή ίσως δεν μπορεί να κάνει αυτό που μπορείς εσύ. Προχώρα». Ο Βουτσινάς με στήριξε στις λεωφόρους της ζωής μου. Ο Ματθαίος Μουντές ήταν ακόμη ένα στήριγμά μου, ο Αλέξης Δαμιανός επίσης. Ηταν οι ζωντανοί ψυχικοί μου γεροντάδες.

– Τελικά ο Λάκης Ρα -τίτλος και του βιβλίου σας- τι άνθρωπος ήταν;

– Λάκης Ράντζιος λεγόταν και ήταν ένας καλός λαϊκός τραγουδιστής στα μπουζούκια. Με τον τρόπο του μου μίλησε για τα απωθημένα. Δηλαδή, ότι μικρόκοσμοι με απωθημένα μπουζουκολεζάντας συνθέτουν και τον μεγαλόκοσμο της Αθήνας. Σε εκείνα τα κέντρα, παράγκες σκέτες, οι άνθρωποι είχαν μια καθαρότητα στα μάτια, που θόλωναν, βέβαια, κάποια ώρα και μετά, με τις μπόμπες και τους καπνούς. Είχαν πλεόνασμα καρδιάς. Στην Αθήνα οι καρδιές ήταν στεγνές, νάιλον. Ολων αυτών των γνωσιολόγων και εγκυκλοπαιδιστών που έχτισαν μια ζωή με πρότυπο το σινεμά της άλλης όχθης του Ατλαντικού.

Στο Ορος παρηγορήθηκα, δεν ένιωθα παράσιτο

1989 πια. Ο σοσιαλισμός κόβει ακριβές βόλτες. Προκαλεί. Πορτιέρηδες αποκτούν αξία του αέρα, το face control δίνει καταξίωση, ο νεοπλουτισμός τυφλώνει. Οι λεφτάδες ζητάνε τα πρώτα τραπέζια για να φανούν. «Ηταν η κολυμπήθρα της καταξίωσης. Δεν τους ένοιαζε τι ακούνε ούτε τους ενδιέφερε να μερακλώσουν. Μόνο να τους χαιρετήσει ο τραγουδιστής από τη σκηνή».

Η ξιπασιά ξεχειλίζει, στα μπροστινά τραπέζια κομπάζει η ανερχόμενη καναλαρχία, οι γόπες παραδίνονται στα πούρα, το «Κλικ» φέρνει νέα πρότυπα «εισάγει αφειδώς στης ψωροκώσταινας μέσα στο καλάθι τις νέες τάσεις. Τρυπάει ο πάτος». Τα γράφει στο βιβλίο του, τα θυμάμαι πάλι, ταράζεται. «Ευλογημένο, όμως, να ‘ναι το εμπόδιο και τρις ευλογημένο, λέει κάπου η Δημουλά». Η φωνή ραγίζει, το άφιλτρο κρέμεται ανήμπορα από τα χείλη. Βουρκώνει. Θυμάται πώς άρχισε η ψυχική κατηφόρα. «Είχα εκτεθεί στο επικοινωνιακό παιχνίδι και με ενοχλούσε. Είχα αλλοτριωθεί. Αρχισα να παλεύω ό,τι με στοίχειωνε. Μελαγχολία ήταν». Εφτασε ώς τις Καρυές. «Να ‘ναι καλά ο κουμπάρος ο Γιώργος, που με πήγε. Αρχισα να ανεβοκατεβαίνω στο Αγιον Ορος…».

 – Τι βρήκατε στην ερημίτικη κοινωνία;

– Παρηγορήθηκα. Δεν ένιωθα παράσιτο.

Εκανε χρόνια να τραγουδήσει, ακόμη και σε παρέες. Διάβαζε ποίηση και άρχισε να γράφει. Πρώτο βιβλίο ήταν ο «Ευδαίμων Κοντοθώρης», ύστερα «Περιμένοντας τον Λάκη Ρα». Ο χειμώνας πέρασε με την εκπομπή «Δεν ήρθα εδώ για διακοπές» (πορτρέτα πολιτικών προσφύγων στη χώρα μας) σκηνοθετημένη από τον Ν. Σούλη και τον ίδιο στα κείμενα, στις μουσικές και στο ρόλο του αφηγητή.

Υστερα ήρθε ο έκτος δίσκος του, η «Εκποίηση 1». «Τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Βγαίνω, παίζω πια με μια κιθάρα. Ο δίσκος είναι το αποτύπωμά μας, όχι τα κέρδη. Ο,τι χρειάζομαι θα το ανεβάζω στο Ιντερνετ. Οταν νιώθω την ανάγκη θα μελοποιώ και πάλι Δημουλά, Παπατσώνη και Καβάφη. Ας λένε πως δεν τραγουδιέται η ποίηση. Ο,τι αγαπάς μπορείς να το τραγουδήσεις».

Το νέο του βιβλίο μιλάει για έναν ραβδοσκόπο, όμως ο «Λαλούτος περτσινάβαλος» είναι έτοιμος. «Είναι το παραλήρημα ενός ετοιμοθάνατου σε 400 σελίδες, που χρειάστηκαν 10 χρόνια να το τελειώσω», καμαρώνει. «Η μητέρα με φώναζε περτσινάβαλο, φιγουρατζή δηλαδή, όπως μου εξήγησε κάποτε ο Μουντές. Αυτό ήμουν».

Τώρα; Διακόπτω τις σκέψεις του. «Ο Κωστάκης όπως με φώναζαν στο χωριό, όσο κι αν ήθελε να γίνει Κώστας παραμένει Κωστάκης».