ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εικαστικές φωτογραφίες σε αποσύνθεση ή σε εξέλιξη

Η έκθεση που εγκαινιάζεται απόψε στον Πύργο Μπαζαίου στη Νάξο είναι ένα εικαστικό «έργο σε εξέλιξη» που δυνητικά και ιδανικά θα μπορούσε να εκτίθεται περιοδικά, παρουσιάζοντας ένα διαρκώς ανανεωμένο περιεχόμενο. Και αυτό ακριβώς γίνεται. Οι πρώτες φωτογραφίες της εικαστικής έκθεσης (στο μεταίχμιο φωτογραφίας και ζωγραφικής) με τίτλο «Συρτάρι ΧΧΙΙ» εκτέθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα το 2005. Σήμερα η έκθεση παρουσιάζεται εμπλουτισμένη στη Νάξο, ενώ το φθινόπωρο ενδέχεται να εκτεθεί ακόμα πιο πλούσια στο Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Μια έκθεση που μοιάζει με μελέτη πάνω στον χρόνο ή με φιλοσοφικό σχόλιο πάνω στη φύση της φωτογραφικής τέχνης, έχοντας ως έναυσμα την φθορά ενός δεδομένου υλικού, του φωτογραφικού, δύναται με άλλα λόγια να εξελίσσεται με τον ρυθμό επέλασης της φθοράς.

Εν ολίγοις το «Συρτάρι ΧΧΙΙ – φωτογραφίες σε αποσύνθεση» δεν είναι είναι μια έκθεση αλλοιωμένων φωτογραφιών που ο φωτογράφος Λεωνίδας Κουργιαντάκης ανέσυρε χάριν παιδιάς από το συρτάρι των κατεστραμμένων αρνητικών του Φωτογραφικού Αρχείου του Μπενάκη, όπου εργάζεται αλλά για το καλλιτεχνικό έργο ενός καλλιεργημένου φωτογράφου που, όπως επισημαίνει ο διευθυντής του μουσείου Αγγελος Δεληβορριάς έχει «τη σφραγίδα της προσωπικής ματιάς και την τονικότητα ενός μελωδικού λόγου».

Φθορά ή επεξεργασία

«Ηρθε κάποιος στο μουσείο με τρεις κακοσυντηρημένες γυάλινες πλάκες και μου ζήτησε να τις τυπώσω», αφηγείται ο Κουργιαντάκης. «Αφού τις είδε τυπωμένες, μου είπε, «δεν τις θέλω, πέταξέ τες». Το αποτέλεσμα όμως με εντυπωσίασε: ήταν το πορτρέτο που κοσμεί σήμερα το εξώφυλλο του ομώνυμου βιβλίου. Οπότε τις κράτησα και άρχισα να δουλεύω στο μυαλό μου την ιδέα της αξιοποίησής τους. Ανακάλυψα ότι οι συντηρήτριες κρατούσαν ξέχωρα τα αρνητικά που είχαν υποστεί εκτεταμένη φθορά. Αρχισα να τα επεξεργάζομαι. Ετσι φτάσαμε σιγά σιγά στην έκθεση».

Οι παλιές φωτογραφικές πλάκες και τα πλημμελώς συντηρημένα αρνητικά υφίστανται συνήθως αλλοιώσεις του χημικού τους υποστρώματος ή της ζελατίνας τους με αποτέλεσμα να καταστρέφεται μερικώς, ενίοτε και πλήρως το είδωλό τους. «Ορισμένα είχαν τόσο όμορφα φθαρεί που δεν χρειάστηκε να επέμβω, απλώς τα φωτογράφιζα. Σε άλλα η φθορά εντοπίζεται στα στρώματα του αρνητικού: στη ζελατίνα, στην ασήμωση ή στην εμουλσιόν. Αυτά τα φωτίζω με τρόπο ώστε να αναδείξω τη φθορά και μετά τα φωτογραφίζω. Στα περισσότερα επεμβαίνω, τονίζοντας πέρα από την αλλοίωση του φωτογραφικού θέματος τους λεκέδες, τα σημάδια που φέρει το αρνητικό», εξηγεί ο φωτογράφος. «Από κάθε φωτογραφία ενδέχεται να προκύψουν τρία ή τέσσερα διαφορετικά εικαστικά αποτελέσματα, από τα οποία επιλέγω το πιο εικαστικά άρτιο. Επιστρέφοντας σε αρνητικά στα οποία δεν είχα αρχικά δώσει σημασία, κατέληξα σε μερικές από τις πιο ωραίες φωτογραφίες της έκθεσης», συμπληρώνει.

Η έκθεση αυτή κρύβει στον μυχό της δύο παράδοξα, που άπαξ και εντοπισθούν προσφέρουν το έναυσμα για τον στοχασμό πάνω στη φύση της φωτογραφικής και εν γένει της τέχνης. Οι φωτογραφίες αντλούν το αισθητικό τους κάλλος από τον βαθμό στον οποίο παραπέμπουν σε αφηρημένες ζωγραφικές συνθέσεις.

Οι απαρχές της φωτογραφίας

Τα ευρήματα του «Συρταριού» μάς επαναφέρουν κατά παράδοξο τρόπο στις απαρχές της φωτογραφίας, τότε που η νέα τεχνολογική ανακάλυψη πάσχιζε να αντλήσει νομιμοποιητικό εικαστικό κύρος και να καθιερωθεί ως τέχνη, «αντιγράφοντας» τη ζωγραφική. Μήπως η καθολική σήμερα επικράτηση της ψηφιακής εικόνας και η συνακόλουθη υποβάθμιση της καλλιτεχνικής αξίας της φωτογραφίας την υποχρεώνει να γυρέψει και πάλι στήριγμα στη ζωγραφική, η οποία διατηρεί αλώβητες κάποιες αισθητικές αρχές όπως π.χ. εκείνη της σύνθεσης;

Το δεύτερο παράδοξο αφορά τη σχέση της οικογενειακής και ιστορικής φωτογραφίας με την μνήμη. Η λειτουργία, σύμφωνα με την τρέχουσα αντίληψη, της φωτογραφίας είναι κατά κύριο λόγο αναμνηστική. Σύμφωνα όμως με τον σπουδαίο σημειολόγο Ρολάν Μπαρτ η φωτογραφία αποτυπώνει, παγώνοντας τον χρόνο, κάτι που υπήρξε μονάχα μια στιγμή, υπογραμμίζοντας την απουσία του την αμέσως επόμενη και αναγγέλλοντας τον μελλοντικό του θάνατο. Υπ’ αυτή την έννοια η φωτογραφία αποτελεί πάντα αποτύπωση ενός θανάτου (της στιγμής που πέρασε) και μιας (ανθρώπινης) απουσίας, μελλοντικά οριστικής.

Το «Συρτάρι ΧΧΙΙ» εκθέτοντας τη φθορά του κατεξοχήν ερείσματος της μνήμης, της φωτογραφίας, επιβεβαιώνει και ενισχύει τη θέση του Μπαρτ ότι η φωτογραφία ούτε απαθανατίζει, ούτε υπερβαίνει τον θάνατο. Υπενθυμίζει μόνο τη θνητότητά μας. Ταυτόχρονα όμως, όπως υποστηρίζει ο Κουργιαντάκης, η φθορά προσφέρει ως αντιστάθμισμα την ομορφιά.