ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Θεέ μου! Πόσο σύγχρονος είναι!»

Στο δαιδαλώδες κτίριο του Old Vic μπορεί να περιπλανιέσαι ατέρμονα χωρίς να βρίσκεις τον προορισμό σου. Οταν δύο δημοσιογράφοι από την Ελλάδα, συνοδευόμενες, φτάσαμε σε ένα μεγάλο φωτεινό δωμάτιο στο δώμα, λαχανιασμένες από τις απανωτές σκάλες, η υποδοχή και από τους τρεις ηθοποιούς ήταν ανακουφιστικά θερμή. Η Αμερικανίδα Μορίν Αντερμαν (Δούκισσα του Γιορκ, μητέρα του Ριχάρδου, του Εδουάρδου του Δ΄ και του Κλάρενς), η Βρετανίδα Χάυντν Γκουίν (βασίλισσα Ελισάβετ, σύζυγος του Εδουάρδου του Δ΄) και ο Νιγηριανός, πολιτογραφημένος Αγγλος πλέον, Τσακ Ιγούτζι, (Δούκας του Μπάκινγκχαμ), είναι από τους βασικούς και διακεκριμένους πρωταγωνιστές του «Ριχάρδου Γ΄» του Σαίξπηρ. Οχι μόνο γιατί έχουν επαινεθεί από τους κριτικούς, αλλά και γιατί τα βιογραφικά τους είναι αξιοζήλευτα, με σημαντική θεατρική εμπειρία στο κλασικό και σύγχρονο ρεπερτόριο. Η συμμετοχή τους στην παράσταση, που αποθεώνεται κάθε βράδυ από ένα κοινό που χειροκροτεί όρθιο, είναι καθοριστική. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κέβιν Σπέισι στη συνέντευξή του, την προηγούμενη μέρα, (βλ. «Κ» 17/07) είχε επιμείνει στην ουσία της λέξης «company», δηλώνοντας ότι η δουλειά είναι η επιτομή της συλλογικότητας, με επικεφαλής τον σκηνοθέτη Σαμ Μέντες.

Η συνέντευξη ξεκίνησε με την Επίδαυρο, το θέατρο που όλοι γνωρίζουν, θαυμάζουν, αντιμετωπίζουν με δέος και στο οποίο θα εμφανιστούν την ερχόμενη Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή, μεταφέροντας την τελευταία συνεργασία του διατλαντικού Bridge Project: τον αναμενόμενο ως γεγονός του φετινού Φεστιβάλ, «Ριχάρδο Γ΄». «Μαθαίναμε για την Επίδαυρο στο κολέγιο… Αποτελεί για μένα θρύλο. Είναι κάτι σαν τη Βαλχάλα των ηθοποιών. Δεν θα ξεχάσω την εμπειρία που είχα, ως επισκέπτρια, να σταθώ στο κέντρο της ορχήστρας πριν από 30 χρόνια», λέει η Μορίν Αντερμαν. Η Χάυντν Γκουίν είχε παρακολουθήσει, πριν από χρόνια κι αυτή, μια τραγωδία μαζί με τον Ελληνα φίλο της. «Θυμάμαι ακόμα πόσο ισχυρή αίσθηση μού είχε προκαλέσει η παράσταση». Ο Τσακ Ιγούτζι σχολιάζει την «τέλεια ακουστική». «Οταν έπαιζα στις «Βάκχες» (σ.σ του Πίτερ Χολ), δεν μπορούσαμε να δούμε το κοινό να ανεβαίνει προς το θέατρο, απλώς το ακούγαμε και η βοή ήταν σα να καταφτάνει στρατός. Οταν βγαίνεις στη σκηνή και βλέπεις 10.000 θεατές ψηλά, πάνω από σένα, να σε παρακολουθούν σιωπηλοί, ε, τότε, είναι σαν να μιλάς στους θεούς. Η ενέργεια που δαπανάς είναι μεγάλη, αλλά δεν νιώθεις κούραση».

Η συζήτηση πέρασε στη συνεργασία με τον Σαμ Μέντες και στη «σύγχρονη» ανάγνωση του Σαίξπηρ. «Οι γυναίκες είναι, άραγε μόνο θύματα του πιο σκληρού και αδίστακτου σαιξπηρικού ήρωα;», ρωτάμε.

«Ποτέ δεν θεώρησα θύμα τη Δούκισσα του Γιορκ. Είναι δυνατή γυναίκα, μητέρα ενός τύραννου αλλά και σύζυγος ενός μεγάλου πολεμιστή», λέει η Μορίν Αντερμαν. «Πέρασαν και οι δύο στην Ιστορία, είχαν στιγμές θριάμβου και στιγμές απώλειας. Θα ‘λεγα ότι οι γυναίκες δεν είναι απλώς θύματα, φέρουν μέρος της ευθύνης όσων κάνουν οι άνδρες», συμπληρώνει η Γκουίν. Και ο Μπάκινγκχαμ, είναι το alter ego του Ριχάρδου; «Συνήθως παίζεται από ηθοποιούς μεγαλύτερους σε ηλικία από τον Ριχάρδο. Οταν όμως πρωτοσυναντήθηκα με τον Σαμ (Μέντες) είχαμε και οι δυο στο μυαλό μας τον Πίτερ Μάντελσον, αυτόν τον Μακιαβέλι τού Εργατικού Κόμματος, που ήρθε από το πουθενά και βρέθηκε να κινεί τα νήματα στο κόμμα. Ο Μπάκινγκχαμ είναι ένα γνωστό ιστορικό πρόσωπο και μεγάλος πολεμιστής. Μας άρεσε να τον παρουσιάσουμε ελαφρώς αντιφατικό: πολιτικά, ηθικά, ερωτικά… Δεν ξέρεις ποτέ τι σκέφτεται. Μπορεί να ακούει συμφωνώντας, μπορεί και διαφωνώντας. Το επικίνδυνο με αυτόν είναι ότι δείχνει πάντα ήρεμος πριν από την καταιγίδα».

Η σκηνοθετική γραμμή του Μέντες έχει πολλά κινηματογραφικά στοιχεία. Οχι στη χρήση του βίντεο ή στον τρόπο που αντιμετωπίζει το κείμενο, σχεδόν σαν ένα αριστουργηματικά γραμμένο σενάριο, αλλά στη ροή, στην ταχύτητα, στην εικονοπλαστική δύναμη, στην άποψη ότι «ο ηθοποιός δεν πρέπει να σταματά και να σκέφτεται, αλλά να συνεχίζει να μιλάει, να περνά διαρκώς στην επόμενη φράση», όπως επισημαίνει ο Τσακ Ιγούτζι. «Καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο ήταν για μένα που είμαι Αμερικανίδα και έχω μάθει σε έναν διαφορετικό τρόπο δουλειάς;», υπογραμμίζει η Μ. Αντερμαν. «Να ψάχνω, να αφιερώνω χρόνο, να αναλύω πώς νιώθει η ηρωίδα. Επρεπε να ανέβω στη σκηνή και να συντονίζω με ταχύτητα τη γλώσσα και τη σκέψη μου». Λίγο αργότερα θα παραδεχθεί ότι ως πρότυπο για τον ρόλο της Δούκισσας του Γιορκ είχε στην αρχή τη Ρόουζ Κένεντι «μια γυναίκα που είχε βιώσει πολλές απώλειες», αλλά στη συνέχεια ανακάλεσε στο μυαλό της την Μπάρμπαρα Μπους. «Σκεφτόμουν τι τέρας γιο έφερε κι αυτή στον κόσμο…». Η Γκουίν πιστεύει ότι «όσο κι αν κάποιες στιγμές ο Ριχάρδος θυμίζει τον Καντάφι, η παράσταση δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη εποχή ή προσωπικότητα». Και ο Ιγούτζι συμπυκνώνει: «Οποτε κανείς ανεβάζει Σαίξπηρ, οποιαδήποτε εποχή, κάνει ακριβώς την ίδια σκέψη: Θεέ μου, πόσο σύγχρονος είναι! Τα θέματά του είναι διαχρονικά και παγκόσμια».

Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, η ερώτηση για την Ελλάδα και την κρίση προκαλεί ένα καταιγισμό ενδιαφέροντος. Πώς είναι η κατάσταση, η ατμόσφαιρα, οι άνθρωποι. Ολοι έχουν ταξιδέψει στη χώρα μας: ο Ιγούτζι θυμάται τις καλύτερες διακοπές του στη Μύκονο, το ’93, η Αντερμαν μια κρουαζιέρα, λίγα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς, τα άδεια εγκαταλελειμμένα στάδια, τα αφρόντιστα πάρκα, την απογοήτευση των συνταξιδιωτών της. Μας διαβεβαιώνουν και οι τρεις: «Οι Βρετανοί έχουν αισθήματα για την Ελλάδα. Ηταν πάντα ένας από τους αγαπημένους τους προορισμούς».