ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δουλεία – εργασία – πρωτοπορία

ΣΑΙΞΠΗΡ
Αμλετ
σκην.: Νικολάι Κολυάντα
Θέατρο Κολυάντα

Υπόθεση εργασίας
σκην.: Δημήτρης Ξανθόπουλος
Εταιρεία Θεάτρου Ρequod

Υπάρχει κάτι κοινό ανάμεσα στον «Αμλετ» του ρωσικού Θεάτρου Κολυάντα (σκηνοθεσία Νικολάι Κολυάντα) και στην «Υπόθεση εργασίας» της ελληνικής ομάδας Pequod (σκηνοθεσία Δημήτρη Ξανθόπουλου); Οσοι είδαν και τις δύο παραστάσεις ίσως σκεφτούν τη Μόνα Λίζα. Σε φτηνά, πολυάριθμα αντίγραφα στην πρώτη περίπτωση, σε αφίσα διαφημιστική(;) στη δεύτερη. Και στις δύο, ο λόγος χρήσης του αναγεννησιακού έργου αδιευκρίνιστος. Δεν είναι όμως αυτή η απάντηση στο κουίζ. Η απάντηση αφορά το ερώτημα: «Με κάθε θυσία θεατρική πρωτοπορία;» Με πολλές θυσίες, θα απαντούσα, πλην μιας: του ίδιου του υποκριτή και της ερμηνευτικής του δεξιοτεχνίας.

Εξηγούμαι. «Το φαινόμενο Κολυάντα», όπως κάποιοι τον αποκαλούν, κάνει θέατρο με ετερόκλητα αντικείμενα που συλλέγει, διαλύει κλασικά έργα με πρόθεση να σοκάρει, να πυρπολήσει -ίσως- τον εφησυχασμό του αναγνωρίσιμου και αναμενόμενου. Πρώτα «δίνει γέλιο στο κοινό του» καθώς ο ίδιος δηλώνει κι «ύστερα το κάνει να κλαίει». Πέρα από την απορία τι βρίσκουν και γελάνε (ή κλαίνε) στο συγκεκριμένο είδος, ύφος, ήθος οι απόγονοι ενός Γκριμπογιέντοφ, Γκόγκολ, Πούσκιν ή Τσέχοφ, εγώ να δεχθώ τον δήθεν πρωτογονισμό ενός «άγριου» και πέρα από κάθε δυτική αντίληψη τέχνης δρώντος θιάσου, που περιγράφει άθλια αθλίους της εξουσίας, να δεχθώ ακόμη και την απόρριψη του ίδιου του Σαίξπηρ καθώς οι ηθοποιοί άλλα λένε, άλλα κάνουν κι άλλα παρακολουθούμε στους υπέρτιτλους, να δεχθώ την ομοβροντία άτεχνων ευρημάτων με εκατοντάδες φελλούς, κονσερβοκούτια, ασπρισμένα κόκαλα ζώων, λουριά σκύλων, νερά, απόνερα, τον Κλαύδιο να πέρδεται, το φάντασμα του δολοφονημένου βασιλιά (Νικολάι Κολυάντα αυτοπροσώπως) να εμφανίζεται με χαριτωμένο πον-πον στο κεφάλι, χνουδωτά φτερά στη πλάτη και ποδίτσα, να δεχθώ -με όλες μου τις αμφιβολίες- ότι αυτό το σκηνικό, πνευματικό και ιδεολογικό γιουσουρούμ οδηγεί στην αλλαγή οπτικής του αστικο-εθισμένου κοινού.

Δεν δέχομαι όμως να διαβρώνεται η κρίση μου, καθώς διαπιστώνω ότι σιγά σιγά, μέσα σ’ αυτό το σάπιο βασίλειο της ασυναρτησίας παθαίνω μιθριδατισμό! Εθίζομαι στα δηλητήρια, στις αναθυμιάσεις και παθαίνω ανοσία στην ανοησία! Ψάχνω απελπισμένα να βρω τέχνη στην ατεχνία! Να, λέω, αυτός που έρχεται να αναγγείλει στον Αμλετ τη μοιραία μονομαχία με τον Λαέρτη μοιάζει καταπιεσμένος δεξιοτέχνης. Τρομάρα μου! Κάθε Ρώσος γυμναστής θα ήταν ικανός να υπηρετήσει το νούμερο. Τι έγιναν λοιπόν οι εκλεκτοί ηθοποιοί από το Εκατερίνενμπουργκ; Υπήρξε έστω και μία στιγμή υποκριτικής ποιότητας, πυκνότητας, πληρότητας σ’ αυτό το δίωρο; Μπόρεσε ηθοποιός να με πείσει πως ό,τι κάνει δεν μπορεί να το κάνει και ο τυχαίος θεατής; Ο Μπρουκ ήρθε στο σκοτάδι να μου συμπαρασταθεί: «Ο βαθμός ποιότητας μέσα στη σκηνική στιγμή είναι το μοναδικό στοιχείο που έχουμε για να κρίνουμε τη θεατρική πράξη». Ο Κολυάντα, φοβάμαι, δεν «παίζει» εδώ το άτεχνο, δεν κάνει πως καταργεί την ποιότητα, πως καταργεί τη τέχνη. Την καταργεί πραγματικά και, μαζί της, τη τέχνη του ηθοποιού. Ετσι, καταργεί και το μοναδικό κριτήριο που έχουμε για να κρίνουμε τις θεατρικές του πράξεις.

Η ομάδα Pequod(;) με την περσινή ουσιαστική, ασκητική, αλλά αμφίδρομης σχέσης εκδοχή του «Γλάρου» έδειξε την αφοσίωσή της στη θεατρική πράξη. Το Φεστιβάλ, επιδιώκοντας ένα ευρύ φάσμα πρωτοπορίας, τη συμπεριέλαβε στο φετινό πρόγραμμα.

Επέλεξαν οι εργατικοί και σκεπτόμενοι (ίσως υπερβολικά) ηθοποιοί να μην παρουσιάσουν έργο αλλά, όπως συνηθίζει η τρέχουσα πρωτοπορία, το απαύγασμα εμπειριών, προβληματισμών, συζητήσεων, άρθρων, πάνω στην υπόθεση «Εργασία». Γιατί εργαζόμαστε, ισχύει το «εργάζομαι άρα υπάρχω»; Στον μεγαλύτερο χώρο της Πειραιώς, η Μαγιού Τρικεριώτη (σκηνικά – κοστούμια) έστησε μια τριώροφη, μεταλλική κατασκευή, χωρισμένη ιδεατά σε 15 δωμάτια – χώρους.

Γύρω της, πολλά τετραγωνικά για περπάτημα, τρέξιμο, συναντήσεις. Η ομάδα, από την αρχή, φρόντισε να τα αλωνίσει. Με γρήγορο βηματισμό – οι στρατιές των εργαζομένων που πάνε κι έρχονται(;), με τρέξιμο, συναντήσεις, χειραψίες, χωρίς χειραψίες, μικροσυμπλοκές. Πολύς βηματισμός. Πολύ πέρα από τα όρια ενός συμβολισμού.

Ανάμεσα, δηλώσεις επιτυχημένων, αυτοδημιούργητων, εξομολογήσεις άτολμων, διηγήσεις, συνομιλίες, αποσπάσματα. Κάποιοι ανεβαίνουν στο μάλλον περιττό σκηνικό, γδύνονται, ντύνονται, ξαπλώνουν, απαγγέλλουν και άντε πάλι περπάτημα, τρεχάλα.

Μέσα στις απελπιστικές συνθήκες εργασίας-ανεργίας που διαμορφώνονται εγχωρίως και παγκοσμίως, το θέμα θα έπρεπε να βράζει, να συμπαρασύρει το κοινό.

Το κοινό όμως έστριβε στα καθίσματα με τους χαρακτηριστικούς τριγμούς της αμηχανίας. Πού πήγαν οι καλοί ηθοποιοί, οι στιγμές της πυκνότητας, της πληρότητάς τους; Πού η κοινή εμπειρία σκηνής και πλατείας με τέτοιο φλέγον θέμα; Μήπως τα έφαγε κι εδώ η μαρμάγκα της εγκεφαλικής πρωτοπορίας, εργασιομανούς επιπλέον, πλην όμως ατελέσφορης;