ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενας Μπάιρον που τον φώναζαν «Κόκορα»

Την πρώτη φορά που ακούς το βουητό στην «Ιερουσαλήμ», το θαυμάσιο έργο του Τζεζ Μπάτεργουορθ, δεν σκέφτεσαι ότι είναι κάποιο ηχητικό εφέ ή ο θόρυβος από το μετρό που περνάει από κάτω. Ενας απειλητικός ψίθυρος, σαν προμήνυμα σεισμού, γεμίζει τον αέρα κάθε φορά που κάποιος κοιτάζει βαθιά στα μάτια τον Τζόνι Μπάιρον. Και καθώς τον Τζόνι Μπάιρον τον υποδύεται ο Μαρκ Ράιλανς, σε μια σεισμική ερμηνεία που απειλεί να γκρεμίσει το παλιό νεοϋορκέζικο θέατρο Music Box, αυτό καταγράφεται σαν απόλυτα φυσικό αποτέλεσμα.

Η ιδέα ότι κάποιος κάνει τη γη να σείεται όταν τον κοιτάζεις στα μάτια είναι κάτι που συναντάς συνήθως σε φτηνά ρομάντζα ή κόμικς επιστημονικής φαντασίας. Και ο ήρωας που ερμηνεύει ο Ράιλανς στην «Ιερουσαλήμ» μοιάζει εκ πρώτης όψεως με θλιβερό αστείο: ένας ναυαγημένος καυχησιάρης, που κρατιέται όρθιος με αλκοόλ και μαριχουάνα, ένας άχρηστος γλεντοκόπος με τόπο διαμονής ένα αυτοσχέδιο τροχόσπιτο στην αγγλική ύπαιθρο.

Μπορεί δικαιολογημένα να σκεφτείτε ότι ο καυχησιάρης Τζόνι Μπάιρον, γνωστός και ως Rooster («Κόκορας»), είναι μια πιο ωμή, λιγότερο συμπαθητική εκδοχή του αιώνιου έφηβου που κυριαρχεί στις αμερικανικές κωμικές ταινίες τον τελευταίο καιρό, ένας δηλητηριασμένος Πίτερ Παν. Οταν, μάλιστα, οι συνήθεις σύντροφοί του είναι οι αλητόβιοι πιτσιρικάδες στους οποίους πουλάει ναρκωτικά. Και αυτοί ακόμα γελούν μαζί του, τουλάχιστον μερικές φορές.

Τελευταίος γίγας

Ενα από τα κύρια πράγματα που κάνει η τέχνη, όμως, είναι να βρίσκει μεγαλείο σε αναπάντεχα πράγματα. Ο Σαίξπηρ το βρήκε σ’ έναν χοντρό, ασύδοτο γλεντοκόπο ονόματι Φάλσταφ. Ο Τζεζ Μπάτεργουορθ και ο Μαρκ Ράιλανς το εντοπίζουν σε έναν άλλο ηδονιστή και παραμυθά. Ενώ αρνείται να τον παρουσιάσει ηρωικό ή έστω και συμπαθητικό με οποιαδήποτε παραδοσιακή έννοια, η «Ιερουσαλήμ» μάς πείθει να αποδεχτούμε τον Τζόνι σαν έναν από τους τελευταίους γίγαντες, έναν άνθρωπο που ερεθίζει τη λαχτάρα μας για ζωή στα άκρα, χωρίς κοινωνικούς περιορισμούς. Ενσαρκώνει το πνεύμα της μυθικής Αγγλίας που μπορεί ποτέ να μην υπήρξε, αλλά που όλοι, σε κάποιο επίπεδο, τη νοσταλγούν.

Η «Ιερουσαλήμ» είναι ένα πληθωρικό έργο που σπάει τα καλούπια, ωστόσο λειτουργεί στέρεα μέσα σε συμβατικό πλαίσιο. Η ιστορία της τελευταίας μάχης του Τζον Μπάιρον ενάντια στους υποκριτές χαρτογιακάδες που θέλουν να τον διώξουν από το «αυθαίρετο» σπίτι του τοποθετείται ουσιαστικά σε μια περίοδο 24 ωρών. Οι κάτοικοι του έργου, που ενσαρκώνονται από έναν καλοκουρδισμένο θίασο, που περιλαμβάνει τον Μακένζι Κρουκ και τον Τζον Γκάλαγκερ Τζούνιορ («American Idiot»), μιλάνε σε μια πιπεράτη αργκό που συνεχώς προκαλεί γέλιο. Είναι ένα έργο που, από ορισμένες απόψεις, θα μπορούσε να έχει γραφτεί οποτεδήποτε μετά το 1920. Ωστόσο, σε πηγαίνει μακριά -σε τόπους εκτός χρόνου- έτσι όπως σπανίως γίνεται στο θέατρο. Και σε κάνει να σκεφτείς σε υψηλό επίπεδο -υπερβατικά υψηλό- έτσι όπως σπανίως τολμά το σύγχρονο δράμα.

Αυτή ήταν σίγουρα η εντύπωση που φάνηκε να διαπερνά την αίθουσα όταν πρωτοείδα το έργο στο Λονδίνο, τον Ιούλιο του 2009. Ομολογώ όμως ότι είχα κάποιες επιφυλάξεις όσον αφορά την παράσταση στο Μπροντγουέι. Η «Ιερουσαλήμ», βλέπετε, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την κατάσταση ενός έθνους, και το έθνος αυτό είναι η Αγγλία. Η κουρτίνα της αυλαίας έχει ζωγραφισμένο τον κόκκινο σταυρό του Αγίου Γεωργίου, τη σημαία της μεσαιωνικής Αγγλίας, ενώ ο τίτλος του είναι από τον λαϊκό ύμνο που συνέθεσε ο Χιούμπερτ Πάρι πάνω σ’ ένα ποίημα του Γουίλιαμ Μπλέικ. Και η νοοτροπία των ηρώων είναι σαφώς της επαρχιώτικης Βρετανίας, ή όσο επαρχιώτικης επιτρέπουν η τηλεόραση και το Ιντερνετ. Και όμως, η παράσταση της Νέας Υόρκης -που διατηρεί τους μισούς ηθοποιούς της βρετανικής παραγωγής και έχει υποστεί ελάχιστες αλλαγές, για να είναι κατανοητές οι πολιτιστικές αναφορές στο αμερικανικό κοινό- αποδείχτηκε εξαιρετικά προσβάσιμη σ’ αυτή τη μεριά του Ατλαντικού.

Το έργο εκτυλίσσεται τη μέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου στο Φλίντοκ, της κομητείας του Γουίλτσιρ, όπου οι ντόπιοι ετοιμάζουν το ετήσιο πανηγύρι και την παρέλαση για το καλωσόρισμα της άνοιξης. Η τελετουργία αυτή συζητιέται πολύ στη γωνιά του δάσους όπου ο Τζόνι Μπάιρον έχει «παρκάρει» το κινητό σπίτι του. Υπάρχει η διάχυτη αίσθηση ότι η γιορτή φέτος θα είναι μια μεγάλη απογοήτευση, με τους συνηθισμένους χαζούς «αθλητικούς» αγώνες και τα άρματα της παρέλασης με θέματα εμπνευσμένα από την τηλεόραση. Γι’ αυτό πολλοί έφηβοι του χωριού, αλλά και μερικοί μεγάλοι, πηγαίνουν στου Τζόνι. Οχι μόνο για να «κάνουν κεφάλι», αλλά και για να ακούσουν για το πανηγύρι των παλιών καλών καιρών, όταν ο Τζόνι πηδούσε με τη μοτοσικλέτα του πάνω από σειρές σταματημένων λεωφορείων, κάνοντας θεαματικές προσγειώσεις και σπάζοντας κόκαλα. Μια φορά μάλιστα, ο γιατρός του χωριού διέγνωσε πως ήταν νεκρός.

Θρυλικές φιγούρες

Ετσι, τουλάχιστον, λένε οι ιστορίες. Πόσες όμως από τις ιστορίες του Τζόνι μπορείς να πιστέψεις; Εχουμε εδώ έναν άνθρωπο που λέει ότι γεννήθηκε από παρθένα (χάρη σε μια σφαίρα ποτισμένη με σπέρμα) και ότι έχει προσωπική επαφή με τους δρυΐδες γίγαντες. Τις αφηγήσεις αυτές τις ακούνε με θαυμασμό ανάμεικτο με αμφιβολία τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, όπως η Ντόουν, η μητέρα του γιου του Τζόνι, οι οποίοι έχουν ανταλλάξει με ποιητικές προσμονές την πεζή πραγματικότητα της ζωής. Ολοι έχουν μια δίψα να πιστέψουν σε θρυλικές φιγούρες (είτε πρόκειται για τον βασιλιά Αρθούρο είτε για τον Φρόντο), ζούμε όμως σε καιρούς γκρεμισμένων ονείρων. Και, αλήθεια, πώς μπορείς να λατρέψεις σαν ήρωα έναν μαστουρωμένο παραμυθά, ένα σωματικά ετοιμόρροπο ρεμάλι σαν τον Τζόνι;

Και όμως, παραδόξως, μπορείς. Η ηλεκτρισμένη, σωματική ερμηνεία του Μαρκ Ράιλανς δίνει στον Τζόνι ζωντάνια που σπάει κόκαλα και ψήνει το μυαλό. Κανένας δεν αρνείται ότι αυτός ο ψιλικατζής μαριχουάνας και χαπιών είναι, σαν άλλος μυθικός Μπάιρον, τρελός κι επικίνδυνος. Καθόλου παράξενο που πολλοί κάτοικοι του Φλίντοκ θέλουν να τον διώξουν.

Ο Μαρκ Ράιλανς, όμως, πιάνει -σε βαθμό που, πιστεύω, κανένας σύγχρονος ηθοποιός δεν θα μπορούσε- την τεράστια, ζωτική λαχτάρα του Τζόνι για απόλαυση, για ανεξαρτησία, για την ίδια τη ζωή. Είναι μια ερμηνεία-σταθμός. Εμείς οι θεατρόφιλοι έχουμε στερηθεί το μυθικό: ερμηνείες για τις οποίες θα μπορούμε να μιλάμε με νοσταλγία μετά από χρόνια. Ο Τζεζ Μπάτεργουορθ, ο Αλαν Ρίκμαν και ο Μαρκ Ράιλανς μάς δίνουν αυτή την ευκαιρία. Μόνο που σε τούτη την περίπτωση το μυθικό δεν είναι σκέτος μύθος.