ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μπρασένς, μια φωνή ελεύθερη

Τραγούδησε για τους ερωτευμένους που φιλιούνται στα δημόσια παγκάκια, αγνοώντας τα αποδοκιμαστικά βλέμματα των περαστικών. Για τον ξαναμμένο γορίλα, που δραπετεύει απ’ το κλουβί του και, έχοντας να διαλέξει ανάμεσα σε μια γριούλα κι έναν σκληρόκαρδο δικαστή, προτιμάει τον δεύτερο για να εκτονώσει τη σεξουαλική του ορμή. Εκανε «πρόταση μη γάμου» στην αγαπημένη του και ομολόγησε πως «δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας». Δήλωσε πως δεν έχει αντίρρηση να πεθάνει για τις ιδέες του, «αλλά με αργό θάνατο». Και παρακάλεσε, όταν έρθει το τέλος, να τον θάψουν στην αμμουδιά, στην παραλία της Σετ, «για να περάσω τον θάνατό μου σε διακοπές».

Δεν του έκαναν το χατίρι: ο τάφος του Ζορζ Μπρασένς, ο οποίος πέθανε το 1981 στα 60 του χρόνια, δεν βρίσκεται στην παραλία της Σετ («με τη σκιά του σταυρού να χαϊδεύει πότε πότε τις λουόμενες»), αλλά στο κοιμητήρι της μικρής μεσογειακής πόλης όπου γεννήθηκε. Φέτος συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από τον θάνατο του τροβαδούρου που άφησε τη σφραγίδα του στο γαλλικό τραγούδι την εποχή της μεγάλης ακμής του και αγαπήθηκε σ’ όλο τον κόσμο. Η επέτειος έγινε αφορμή για μια μεγάλη έκθεση προς τιμήν του στη Cit de la musique, στο Παρίσι. Με τίτλο «Brassens ou la libert», αποφεύγει τους σκοπέλους της ειδωλολατρίας, για να αναδείξει τον Μπρασένς στις ανθρώπινες διαστάσεις του.

Δεν είναι εύκολο να «εκτεθεί» μια προσωπικότητα τόσο αγαπητή, αλλά και τόσο πεισματικά διακριτική, τόσο αντίθετη στη λογική του θεάματος. Πίσω από τη στερεότυπη εικόνα του χιουμορίστα θείου με το μουστάκι και την πίπα, η έκθεση στον πολυχώρο της Cit de la musique επιχειρεί να ρίξει φως σ’ έναν αυτοδίδακτο δεξιοτέχνη του στίχου με βαθιά γνώση της λογοτεχνίας, στον ιδιοφυή μουσικό που, χωρίς παρωπίδες, λάτρευε τόσο την τζαζ όσο και το παραδοσιακό γαλλικό τραγούδι. Τον αθυρόστομο υμνητή της γυναικείας γοητείας που έμεινε πιστός στη μεγάλη του αγάπη, χωρίς τη σφραγίδα του γάμου. Τον ελευθεριακό που επέλεξε ν’ ακολουθήσει έναν προσωπικό δρόμο, εκφράζοντας στη ζωή όσο και στην τέχνη του την περιφρόνηση για τη ματαιόδοξη ευμάρεια, την εναντίωση στη συμβατική ηθική, τη αλληλεγγύη του στους πιο ευάλωτους, τον απέραντο σεβασμό του για την ανεπιτήδευτη, ανιδιοτελή καλοσύνη.

Φωτογραφίες, μουσική

Διοργανωμένη από τη δημοσιογράφο Κλεμαντίν Ντερουντίγ και τον καρτουνίστα και κινηματογραφιστή Ζοάν Σφαρ, η έκθεση εκτυλίσσεται χρονολογικά και θεματικά, ξεκινώντας από τα παιδικά χρόνια του Μπρασένς και φθάνοντας στην καλλιτεχνική του καθιέρωση, με κορυφαία στιγμή ένα ανέκδοτο βίντεο από το κοντσέρτο του στο θέατρο Μπομπινό, το 1969. Η ζωή και η καλλιτεχνική του πορεία ιχνηλατούνται μέσα από φωτογραφίες, φιλμ και χειρόγραφα, πρόσωπα και στιγμιότυπα που φωτογράφισε ή κινηματογράφησε ο ίδιος ο Μπρασένς, ηχητικά ντοκουμέντα. Και όλες οι ενότητες συνοδεύονται από σκίτσα του Σφαρ -πορτρέτα, εικονογραφήσεις στίχων, «κόμικ στριπ» που αναπαριστούν τη ζωή του Μπρασένς, πραγματική και φανταστική. Επιπλέον, στις συναυλίες που συνοδεύουν την έκθεση ακούγονται τέσσερα τραγούδια του συνθέτη Ολιβιέ Νταβιό, πάνω σε στίχους που έγραψε ο Μπρασένς όταν ήταν πολύ νέος και που τους είχε αφήσει «στο συρτάρι». Ηταν μέρος του θησαυρού που, τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό του, ανακαλύφθηκε αναπάντεχα κατά την προετοιμασία της έκθεσης.

Η Κλεμαντίν Ντερουντίγ πήγε να επισκεφθεί τον Πιερ Οτανιάντ, παλιό φίλο και γραμματέα του Μπρασένς, ο οποίος εξακολουθεί να μένει στο σπιτάκι όπου κατοικούσε για πολλά χρόνια ο τροβαδούρος, στο 15ο διαμέρισμα στο Παρίσι. Ο Οτανιάντ έχει διατηρήσει το δωμάτιο του φίλου του όπως ακριβώς το άφησε εκείνος. «Μπαίνεις και νομίζεις ότι από στιγμή σε στιγμή θ’ ανοίξει η πόρτα και θα δεις τον Μπρασένς», είπε η δημοσιογράφος. Εκεί έπεσε το μάτι της σε μια παλιά, ξεχασμένη βαλίτσα, που αποδείχθηκε αληθινό χρυσωρυχείο: χειρόγραφα, δοκιμές για στίχους τραγουδιών, ένα καρνέ όπου κολλούσε τα άρθρα που είχε γράψει στα νιάτα του για την αναρχική εφημερίδα Le Libertaire, ένα τετράδιο σπιράλ όπου, εν είδει ημερολογίου, σημείωνε γεγονότα, σκέψεις, ιδέες για τραγούδια.

Σκέψεις για τον Μάη του ’68

«Τα μασημένα λόγια δεν έχουν γεύση», γράφει σε μια από τις σελίδες του «ημερολογίου» του, που παρουσιάζονται στην έκθεση, για να σημειώσει όμως παρακάτω: «Τα καλυμμένα λόγια, σαν τις ντυμένες γυναίκες, είναι πιο ερεθιστικά, όταν τα λες όλα είναι σα να μη λες τίποτα». Στο τετράδιο αυτό, είχε γράψει και ορισμένες σκέψεις για την εξέγερση του Μάη του ’68. «Πώς μπορούν να υποθέτουν πως δεν είμαι σύμφωνος με τους φοιτητές και τους εργάτες; Ομως, να κάνω δημαγωγία και να βγω να το φωνάξω στους πέντε ανέμους, αυτό όχι». Η δημόσια έκφραση των πολιτικών του απόψεων ήταν εντελώς αταίριαστη με την ιδιοσυγκρασία του, ποτέ δεν αξιοποίησε τη δημοτικότητά του για να προβάλει άμεσα τις ιδεολογικές του προτιμήσεις.

Γνώρισε από νωρίς την αγάπη του κοινού όσο και την εκτίμηση των ομοτέχνων του, ωστόσο ποτέ δεν ένιωθε βολικά με την επιτυχία. «Πριν πείτε ότι είμαι αθάνατος, περιμένετε πρώτα να πεθάνω», είχε πει το 1970. Τριάντα χρόνια μετά τον θάνατό του, όσοι ήταν βέβαιοι τότε για την αντοχή των τραγουδιών του στον χρόνο, πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι. Και για τις νεότερες γενιές που τον ανακαλύπτουν, είναι μια ανεξάντλητη πηγή απόλαυσης και έμπνευσης.

Αυθεντική ποίηση, κιθάρα και μουσική

Βαθιά και ζεστή, η φωνή του Μπρασένς ήταν ένα από τα βασικά στοιχεία της γοητείας του. Ο στίχος, ωστόσο, είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής στα τραγούδια του, αυθεντική ποίηση με λόγιες και λαϊκές αποχρώσεις, ευρηματικές ρίμες και λογοπαίγνια, η πιο θελκτική διαφήμιση της γαλλικής γλώσσας. Σε ρόλο διακριτικής συνοδού, η κιθάρα ντύνει με χάρη τα λόγια όπου το χιούμορ, άλλοτε τρυφερό κι άλλοτε μαύρο, είναι πάντα παρόν. Τραγούδια του έχουν ακουστεί σε πολλές γλώσσες, ανάμεσά τους και μια ωραία ελληνική απόδοση του «Γορίλα» από τον Χρήστο Θηβαίο, ενώ ο Φοίβος Δεληβοριάς εμπνεύστηκε την χαριτόβρυτη «Γυναίκα του Πατώκου» από το τραγούδι του Μπρασένς «La femme d’ Ηector».

«Είμαι ο πορνογράφος του φωνογράφου», λέει σ’ ένα από τα πιο φημισμένα τραγούδια του, όπου, παριστάνοντας ότι υποκύπτει στη σκανδαλοθηρική εμπορικότητα, ξεστομίζει όλες τις «κακές» λέξεις. Αφιέρωσε κι ένα τραγούδι στον τύπο που διέρρηξε κάποτε το σπίτι του («Stances a un cabrioleur»), αναγνωρίζοντας ότι ήταν καλός επαγγελματίας γιατί «έκλεισε μετά την πόρτα» και σεβάστηκε το εργαλείο της δουλειάς του, την κιθάρα («άγια αλληλεγγύη ανάμεσα στους χειροτέχνες»). Του αποδίδει και εύσημα καλού γούστου, γιατί ο διαρρήκτης δεν θέλησε να πάρει έναν πίνακα ζωγραφικής που είχαν χαρίσει στον Μπρασένς για τα γενέθλιά του. «Τι σπουδαίος κριτικός τέχνης που θα γινόσουν, μπαγάσα», του τραγουδάει.