ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο ερωτισμός στη ζωγραφική

ΝΙΚΟΣ ΣΙΔΕΡΗΣ

Ο ερωτισμός στην Τέχνη, εικαστικές φαντασιώσεις

εκδ. Μεταίχμιο

Αν ο έρωτας είναι για την ψυχανάλυση η ορμή, η κινητήρια δύναμη, τότε ο ερωτισμός είναι «το πώς», «η γλώσσα που χρησιμοποιείται από την ψυχή στα θέματα του έρωτα», «ο τρόπος και το ύφος του κάθε ανθρώπου στο ερωτικό πεδίο», μας πληροφορεί ο γνωστός ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Νίκος Σιδέρης στην κατατοπιστική εισαγωγή τού υπό συζήτηση βιβλίου του. Τι είναι όμως ο ερωτισμός στην Τέχνη; Πώς αναλύονται, με βάση την ψυχανάλυση, οι εικαστικές φαντασιώσεις μεγάλων ζωγράφων; Οκτώ απομαγνητοφωνημένες διαλέξεις που δόθηκαν στο Κολλέγιο Αθηνών απαντούν σε σχετικά ερωτήματα, με αφορμή συγκεκριμένους πίνακες των Μπαλτίς, Γκόγια, Σίλε, Νταλί, Πικάσο· ακολουθεί συνοπτική πραγμάτευση της ιστορίας του ερωτισμού με επιλογικό σχολιασμό πλευρών της σύγχρονης πραγματικότητας. Η φροντισμένη έκδοση συμπληρώνεται από έγχρωμες φωτογραφίες των πινάκων.

Πρόκειται για δοκίμια εκλαΐκευσης δύσβατων, πράγματι, όρων και προβληματικών της ψυχανάλυσης. Η προφορικότητα και η -δηλωμένη- πρόθεση εκλαΐκευσης (οι συγκεκριμένες διαλέξεις απευθύνονταν στο γενικό κοινό) δικαιολογούν μιαν υπερβολικά «άνετη» χρήση της γλώσσας και μιας πληθώρας καθημερινών, πεζών παραδειγμάτων που νοστιμίζουν την αφήγηση και ξεκουράζουν από τη συστηματική επιστημονική προσέγγιση των αντικειμένων. Μολονότι ο εισηγητής εχθρεύεται με τα σωστά του τη σύγχρονη κουλτούρα της εικονικής πραγματικότητας, της κατακλυσμιαίας εμπορευματοποίησης, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς ότι ο τηλεοπτικός λόγος που μαζικά και ανώνυμα απευθύνθηκε προς όλους, συντέλεσε στην εμπέδωση μιας κουλτούρας χειραφέτησης, που επιτρέπει τέτοιες αντισυμβατικές χρήσεις του επιστημονικού λεξιλογίου.

Τα κείμενα διατρέχει μια πολεμική γραμμή αντιπαράθεσης της «αληθινής» ερωτικής τέχνης προς την εμπορευματοποίηση του ερωτισμού. Υποβάλλονται θεμελιώδεις παραδοχές: ερωτισμός ίσον φαντασίωση ίσον μεταφορικότητα ίσον Τέχνη- αλλά ποια Τέχνη; Η «αληθινή», απαντά ο συγγραφέας, από καταβολής κόσμου μέχρι σήμερα, κυρίως κάποιες εκδοχές του μοντερνισμού. Ανάμεσα στους τέσσερις νεώτερους, (Μπαλτίς, Σίλε, Νταλί και Πικάσο) προσεκτικά εμφυτεύεται ο Γκόγια (διαθέτει την ιδιαίτερη επαναστατική «γραφή» που επιτρέπει κάθε τόσο και με διάφορες αφορμές τη συμπερίληψή του σε μοντερνιστικά συμφραζόμενα· προσεκτικά γίνεται λόγος στο βιβλίο για «αρκετά διφορούμενη σχέση του με τον κόσμο»).

Ο Σιδέρης δεν εξετάζει καθόλου ζητήματα καλλιτεχνικού τρόπου, αισθητικής, ρευμάτων. Ενδιαφέρεται σε πρώτη και τελευταία ανάλυση για μια ψυχαναλυτική προσέγγιση του ερωτισμού των συγκεκριμένων ζωγράφων, όπως τον συνάγει από τα συγκεκριμένα έργα τους με τη βοήθεια βιογραφικών στοιχείων. Γιατί αυτών των ζωγράφων και όχι άλλων; Σε τι χρησιμεύει μια τόσο καθαρή φροϋδική ανάγνωση των ζωγράφων (που, με εξαίρεση πάλι τον Γκόγια, άνθησαν συν-πλην στα φροϋδικά ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα…); Το μεταδοτικό ταλέντο και η ευρυμάθεια του συγγραφέα, καθώς και το γεγονός ότι μας δίνει την ευκαιρία να κοιτάξουμε συγκλονιστικούς πίνακες μέσα από ποικίλες κλειδαρότρυπες εγείρει, ταυτόχρονα, ερωτήματα και αντιρρήσεις.

Ως εξαντλητική άσκηση της σκέψης και του βλέμματος με συνεπή χρήση συγκεκριμένων εργαλείων, η προσφορά των μελετημάτων του Σιδέρη είναι αναμφισβήτητη. Ως υπεράσπιση συγκεκριμένων πολιτισμικών προτύπων θα πρέπει να κριθεί διεξοδικότερα από όσο επιχειρεί να επιτρέψει, επιδιώκοντας, π.χ., να ξεμπερδέψει εύκολα με την άνοστη σεξουαλική ορθότητα που επιτάσσει τον κολασμό της σεξουαλικής παρενόχλησης. Οι ίδιες ακλόνητες βεβαιότητες στις οποίες στηρίζεται για να ξεδιπλώσει τον πλούτο των σκέψεών του («όταν μια γυναίκα ενδιαφέρεται να αρέσει-φτιάχνει το μαλλί…», σελ. 191) μοιάζουν καμιά φορά, ας μας επιτραπεί, να σηκώνουν πολλή συζήτηση υπό το πρίσμα σημερινών συζητήσεων και οπτικών.