ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πομπηία – Επίδαυρος χωρίς άξονα

Σκηνοβάτες

σκην.: Σταμάτης Φασουλής

Θέατρο: Εθνικό

Ασκεί -είναι αλήθεια- μια μυστήρια γοητεία η παρακμή, ιδίως όταν είναι τριπλή. Μια της αρχαιοελληνικής, μια της ρωμαϊκής και μια της νεοελληνικής λάμψης (ή φωταψίας). Μ’ αυτή την τριπλή παρακμή θέλησε να παίξει ο Σταμάτης Φασουλής. Πάνω σ’ αυτήν συνέλαβε μια συναρπαστική ιδέα που έκανε σαν αστραπή τον γύρο της θεατρικής και θεατρόφιλης κοινότητας. Η ευστροφία και ευφυΐα της θεατρικής του προσωπικότητας, αδιαφιλονίκητη. Οπως και οι κίνδυνοι ευτελισμού των ιδεών του… «μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες».

Τρεις θίασοι περιπλανώμενων θεατρίνων, μιμάδων, αυλωδών, θαυματοποιών, συναντιούνται στο αρχαίο, αλειτούργητο πλέον θέατρο της Επιδαύρου, τέλη του 2ου μ. Χ. αιώνα. Σκοπός τους, κάποιοι αυτοσχέδιοι, θεατρικοί αγώνες για να διασκεδάσουν την πείνα και το όποιο κοινό τους. Ακμή της παρακμής και για το θέατρο. Εγκαταλελειμμένο από θεούς και ανθρώπους, ιδίως χορηγούς, παραδομένο στην επαιτεία του λαϊκού κοινού. Φέρον ωστόσο μνήμες, γνώσεις, μυστικά της μεγάλης τέχνης του λαϊκού θεάτρου.

Οι αντίπαλοι

Ο ένας θίασος από την Αθήνα (περασμένα μεγαλεία), ο δεύτερος από τη Σικελία, ειδικός στους Φλύακες (χοντροκομμένες παρωδίες αρχαίων τραγωδιών, τις οποίες γνωρίζουμε μόνο από τίτλους έργων και παραστάσεις αγγείων, εξ ου και η χαρά των δραματουργών). Ο τρίτος θίασος έρχεται από ελληνόφωνη περιοχή της Ασίας, είναι θρασύς, προκλητικός και γυναικείος. Κουβαλάει στα μπαγκάζια του όλη την αστική παράδοση δραματιδίων και διαλόγων της αγοράς και της κλίνης, από τον Ηρώνδα ώς τον Λουκιανό.

Για λόγους διανομής, οι τρεις αντίπαλοι θίασοι μπερδεύονται μεταξύ τους, αν και αλληλοϋβριζόμενοι, και μας μπερδεύουν με παρεμβολές αποσπασμάτων από Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Πλαύτο, Σενέκα, Ορφικούς Υμνους, Σαπφώ, δημοφιλή επιγράμματα, ξυλοπόδαρους, επιθεωρησιακά νούμερα, κιτς τσιφτετελιές και λάγνες πόζες τηλεόρασης που ούτε κι ο κομπέρ μπορεί να ξεμπερδέψει. Τέλος, μια από τις Κασσάνδρες προφητεύει ζωσμένη από τα φίδια που τη ζώνουν το μέλλον της ερμηνείας του αρχαίου δράματος με την παρουσίαση μιας ανθολόγησης στοιχείων (και στοιχειών) από παραστάσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Να πώς μια σπουδαία ιδέα υποκύπτει ξανά στη βουλιμία να ειπωθούν όλα όσα θα θέλαμε, να αναδειχθούν όλα τα πρώτα ονόματα της διανομής, να βγει και γέλιο και λυρισμός και χάχανο, να φανεί η προεργασία και να δώσουμε και δείγματα αμιγούς τραγικού λόγου με την ευκαιρία. Πώς ν’ αντέξουν όμως όλα αυτά σε ένα τόσο σαθρό, χαλαρό, δραματουργικό οικοδόμημα, δίχως άξονα, θεμέλια και βαθύτερο σκεπτικό; Ατυχώς το μεγάλο άλλοθι του αυτοσχέδιου μίμου, της παρωδίας και των «παρακμιακών» ειδών δεν λειτούργησε. Απεναντίας εκδικήθηκε.

Μετά από όλα όσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί για την παράσταση (που μετά την Επίδαυρο γυρίζει την Ελλάδα για να καταλήξει στην Κύπρο), βρίσκω στο πρόγραμμα μικρή παρηγοριά. Σκέφτομαι, αν η ποιότητα του σκηνικού αποτελέσματος είχε κάτι από την ποιότητα και την επεξεργασία του φωτομοντάζ στις πρώτες σελίδες του, θα γιορτάζαμε τώρα μια θεατρική κατάκτηση αντί για μια θολή, προβληματική, φλύαρη διασκέδαση θέρους.

Στο πρόγραμμα λοιπόν συμβαδίζουν εικόνες παρακμής με ποιότητα, γούστο και πρωτοτυπία. Ο Γιώργος Καβαλλιεράκης μοντάρισε μοναδικά τα πορτρέτα των ηθοποιών της παράστασης σε σώματα από τοιχογραφίες της Πομπηίας που παραπέμπουν και σε Φαγιούμ. Το αποτέλεσμα σε προδιαθέτει για μια παράσταση – τοιχογραφία. Για μια σύνθεση ηδυπαθούς, παρακμιακής μελαγχολίας μέσα από χιούμορ, σάτιρα, εκρήξεις γέλιου, γελοιοτήτων, αλλά και επαναστοχασμών.

Αντίθετα, η σκηνή και η ορχήστρα της Επιδαύρου (με το έξοχο, αρχαιοελληνικών τεχνικών λύσεων, σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη) γέμισαν περίπου αποκλειστικά χοντροκομμένες αστειότητες, τηλεοπτικής περισσότερο παρά μιμικής καταγωγής, ευτελές γούστο ως άποψη, ανακάτεψαν είδη, όρους, άτεχνες επεξηγήσεις, φλύαρες παρεμβολές. Η σκόνη των αιώνων έγινε λάσπη με την προσθήκη τόσου εμφιαλωμένου νερού στο κρασί του Διόνυσου. Εμπόδιζε την πρόσληψη αντί να γίνει πατίνα πείρας πάνω σε πρόσωπα, καταστάσεις, αναφορές, συμπεράσματα.

Ερμηνείες

Κρατώ αυτό το καφέ, καβάφειο πρόγραμμα (επιμέλεια ύλης από την συνδραματουργό της παράστασης Ειρήνη Μουντράκη) και προσθέτω στο φωτογραφικό μοντάζ των πομπηιανών τοιχογραφιών του κάποιες στιγμές που θα θυμάμαι: Τη Νένα Μεντή ως γηραιά ηθοποιό Καλαβρία «που χάνει τον έλεγχο» και μπαινοβγαίνει στους ρόλους μπερδεύοντας λόγια, εποχές, ύφη, ταυτότητα, οντότητα. Τον Θανάση Αλευρά ως Σενεκική Μήδεια, την Ευαγγελία Μουμούρη ως Κλωνάριον, τους Μάκη Παπαδημητρίου (Σωσία) και Σωκράτη Πατσίκα (Ερμή) σε μια από τις μεγάλες σκηνές του παγκόσμιου θεάτρου και του πλαυτικού «Αμφιτρύωνα», όπου μπαίνει για πρώτη φορά, με τον κωμικότερο τρόπο, το φιλοσοφικό, μεταφυσικό, πιραντελλικό ερώτημα «Ποιος είμαι;». Κάτι που θα ήταν της ώρας, με γέλιο ή με περίσκεψη, να αναρωτηθούμε όλοι μας.