ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στο ναρκοπέδιο του διηγήματος

Τον φιλόδοξο τίτλο «Η εξέλιξη του διηγήματος» φέρει το δοκίμιο του Κώστα Καλογρούλη (εκδ. Μικρή Αρκτος). Ο συγγραφέας, καθηγητής αγγλικής και αμερικανικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, εκφράζοντας τη θλίψη του για την πενία των κριτικών μελετών που άπτονται του διηγήματος, επιχειρεί μια αναδρομή στην ιστορία του είδους από τον 19ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, προκειμένου να καλύψει «ένα υπαρκτό κενό» της εγχώριας βιβλιογραφίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα ετερόκλητο κείμενο γεμάτο διαφωτιστικές, είναι η αλήθεια, αναφορές, επιλεγμένες από την αγγλοσαξονική βιβλιογραφία, το οποίο όμως δεν διαθέτει ραχοκοκαλιά. Δίνει δηλαδή την εντύπωση ότι ο συγγραφέας απλώς συνδέει μεταξύ τους βιβλιογραφικά παραθέματα χωρίς να προεκτείνει κάποια σκέψη. Χωρίς δηλαδή να ανταποκρίνεται στον ουσιαστικό χαρακτήρα μιας μελέτης ο οποίος συνίσταται στην έκθεση μιας προβληματικής και στην εμβάθυνση σε συγκεκριμένες της πτυχές. Ενώ δηλαδή εμφανίζεται ως μελέτη, το μικρό βιβλίο είναι ένα πρακτικό εγχειρίδιο για επιδερμικούς φίλους της φόρμας του διηγήματος. Το μεγαλύτερο δε κομμάτι του βιβλίου παρουσιάζει συνοπτικά 32 συγγραφείς και στη συνέχεια παραφράζει (!) ένα τους διήγημα αφηγούμενος την πλοκή του, προβαίνοντας σε αυτή ακριβώς την απλούστευση που όπως λέει ο Κούντερα καταστρέφει τη λογοτεχνία. Ο Καλογρούλης εισέρχεται σε ένα ναρκοπέδιο όπως το απροσδιόριστο και πολυποίκιλο πεδίο του διηγήματος με περισσή αυτοπεποίθηση κι έτσι δεν αποφεύγει, στην προσπάθειά του να στήσει στα πόδια του έναν κανόνα, τις κακοτοπιές – εν προκειμένω τις απλουστευτικές και γενικόλογες παρατηρήσεις. Οποιο μονοπάτι επιλέγει για να προσπελάσει και να (προσδι)ορίσει το διήγημα (μέγεθος, πλοκή, ανατροπή ή «στιγμή της κρίσης») φτάνει αναπόφευκτα κάποια στιγμή στο αδιέξοδο εκείνο όπου αναγκάζεται να παραδεχθεί ότι «κάτι τέτοιο βεβαίως είναι σχετικό» και δεν αφορά το είδος στο σύνολό του. Ερωτήματα προκαλούν -παρά το γεγονός ότι μια τέτοια επιλογή είναι πάντοτε αυστηρά υποκειμενική- και τα κριτήρια επιλογής των συγγραφέων και των διηγημάτων που επιλέγει να ανθολογήσει. Δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πώς μπορεί να απουσιάζει ο Κάφκα ή ο Χατζής. Απορία γεννάει, ιδιαίτερα μετά την απόπειρα διάκρισης στην εισαγωγή μεταξύ διηγήματος και νουβέλας το γεγονός ότι παρουσιάζει τη νουβέλα «Η εικόνα στο χαλί» του Τζέιμς ως διήγημα, εντείνοντας τη σύγχυση του αναγνώστη. Εντύπωση προκαλεί και η απουσία κορυφαίων διηγηματογράφων όπως ο Κορτάσαρ, ο Τσβάιχ ή ο Μαρσέλ Αϊμέ.