ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαθήματα από την πιστωτική κρίση του 2008

ANDREW ROSS SORKIN

Too big to fail

εκδ. Penguin, νέα έκδοση 2010, σελ. 618

Πολλοί τον τελευταίο καιρό συνέκριναν τις επιλογές της Ευρωζώνης για την αντιμετώπιση της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης και τους φόβους μόλυνσης άλλων προβληματικών χωρών της περιφέρειας με τα διλήμματα που αντιμετώπισε η αμερικανική κυβέρνηση και η αμερικανική κεντρική τράπεζα στη διαχείριση της κρίσης που ξέσπασε στο χρηματοοικονομικό σύστημα της Αμερικής το 2008 και οδήγησε στην κατάρρευση της τέταρτης μεγαλύτερης επενδυτικής τράπεζας, της Λίμαν Μπράδερς.

Ο συγγραφέας, βραβευμένος οικονομικός συντάκτης των Τάιμς της Νέας Υόρκης, περιγράφει το δράμα που παίχθηκε στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο στην Ουάσιγκτον και στη Γουόλ Στριτ για να διασωθεί η αμερικανική οικονομία με τη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Με μία πένα που καθηλώνει τον αναγνώστη, περιγράφει τις προσωπικότητες και τα κίνητρα των πρωταγωνιστών του δράματος, τις διασυνδέσεις χρήματος και πολιτικής, τους προσωπικούς εγωισμούς, την υπεροψία, τους φόβους και τα αλληλομαχαιρώματα. Αυτό το συναρπαστικό αφήγημα, προϊόν 500 ωρών συνεντεύξεων και πρόσβασης σε προσωπικά αρχεία των ισχυρότερων παραγόντων στον χώρο των τραπεζών και της κυβέρνησης, είναι η ιστορία ανθρώπων και οργανισμών, που νόμιζαν ότι ήταν «πολύ μεγάλοι για να αποτύχουν» (ο τίτλος του βιβλίου).

Ο συγγραφέας μάς υπενθυμίζει ότι το 2007 ο χρηματοπιστωτικός τομέας είχε μετατραπεί σε μία μηχανή κερδοφορίας στις ΗΠΑ μοιράζοντας μπόνους 53 δισ. δολ. από τη χρήση περίπλοκων χρηματοοικονομικών εργαλείων, που ελάχιστοι κατανοούσαν, σε μία αγορά χωρίς κυβερνητική εποπτεία. Αποκορύφωμα αυτής της φούσκας ήταν η έκρηξη των χαμηλής ποιότητας στεγαστικών δανείων (subprime), που είχαν φθάσει το αστρονομικό ποσό των 2 τρισ. δολ. και όταν αυτή η αγορά κατέρρευσε τον Αύγουστο του 2007 απείλησε να συμπαρασύρει μαζί της κολοσσιαίους τραπεζικούς οργανισμούς, που ήταν εκτεθειμένοι στα τοξικά αυτά προϊόντα.

Το μεγάλο δίλημμα

Το δίλημμα που αντιμετώπισε η συντηρητική κυβέρνηση Μπους ήταν μεταξύ της κυβερνητικής παρέμβασης, ώστε να διατηρηθεί η ρευστότητα των τραπεζών και η εμπιστοσύνη στο χρηματοοικονομικό σύστημα και της άποψης, που διέθετε μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, ότι δεν θα έπρεπε να σωθούν εκείνοι που με την απληστία τους δημιούργησαν το πρόβλημα. Η καχυποψία εντεινόταν από το γεγονός ότι ο Χένρι Πόλσον, υπουργός Οικονομικών από τον Μάιο του 2006, είχε διατελέσει για πολλά χρόνια διευθύνων σύμβουλος της Γκόλντμαν Σακς, της επενδυτικής τράπεζας με το παρατσούκλι «κυβέρνηση Σακς», αφού πολλά στελέχη της είχαν δουλέψει για την αμερικανική κυβέρνηση ή κατέληξαν σ’ αυτήν μετά την κυβερνητική τους θητεία.

Πρωταγωνιστές από κυβερνητικής πλευράς ήταν εκτός του Πόλσον, ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Μπεν Μπερνάνκι και ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής τράπεζας της Νέας Υόρκης και αργότερα υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Ομπάμα, Τίμοθι Γκάιτνερ, που αποφάσισαν τη διάσωση της επενδυτικής τράπεζας Μπέαρ Στερνς, των γιγαντιαίων πιστωτικών ιδρυμάτων Φρέντι Μακ και Φάνι Μέι, που κατείχαν ή είχαν εγγυηθεί το 55% των στεγαστικών δανείων στις ΗΠΑ και του ασφαλιστικού κολοσσού ΑΙG. Με κάθε νέο πακέτο διάσωσης όμως αυξανόταν η λαϊκή δυσαρέσκεια και περιοριζόταν η βούληση του Κογκρέσου να χρηματοδοτήσει με χρήματα των φορολογουμένων τη σωτηρία μιας άλλης επενδυτικής τράπεζας με τεράστια τοξικά στοιχεία στο ενεργητικό της. Η κόκκινη γραμμή χαράχθηκε στη Λίμαν, που αφέθηκε να χρεοκοπήσει.

Οταν αποφασίσθηκε ότι η Λίμαν δεν θα διασωθεί με κρατικό χρήμα και απέτυχαν οι προσπάθειες για σωτηρία της από τον ιδιωτικό τομέα, «οι τρεις σωματοφύλακες» εργάσθηκαν νυχθημερόν με ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα για να αποτραπεί η μετάδοση της «μόλυνσης» στους υπόλοιπους ευάλωτους επενδυτικούς οίκους. Ετσι πίεσαν για συγχωνεύσεις γιγάντων μεταξύ εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών, ώστε να αποκατασταθεί η σταθερότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Μπερνάνκι, ειδικός στο μεγάλο κραχ του 1929, πίστευε ότι αν η κυβέρνηση δεν παρενέβαινε δυναμικά, τότε η ύφεση θα ήταν χειρότερη από την οικονομική καταστροφή της δεκαετίας του ’30.

Ετσι στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 ανακοινώθηκε το μεγαλύτερο κυβερνητικό πρόγραμμα στην ιστορία της χώρας ύψους 700 δισ. δολ. για την παροχή κρατικών εγγυήσεων και την αγορά τοξικών περιουσιακών στοιχείων. Από αυτά τα 250 δισ. δολ. θα επενδύονταν από το κράτος στο τραπεζικό σύστημα με επιτόκιο 5%, εθνικοποιώντας το στην ουσία. Γρήγορα το χρηματοπιστωτικό τοπίο έγινε αγνώριστο με την κατάρρευση, πώληση, και μετατροπή σε bank holding companies των πέντε μεγάλων επενδυτικών τραπεζών της χώρας.

Δημόσιος διάλογος

Ξεκίνησε επίσης ένας μεγάλος δημόσιος διάλογος για τον κρατικό ρόλο στην οικονομία, που λίγους μήνες αργότερα επί κυβέρνησης Ομπάμα εντάθηκε με τη διάσωση της αυτοκινητοβιομηχανίας και του συστήματος υγείας, ανεβάζοντας το κυβερνητικό πρόγραμμα στήριξης της οικονομίας τελικά στο ύψος του 1,1 τρισ. δολ. Μέχρι σήμερα οι μεγαλύτερες τράπεζες που αποδέχθηκαν κρατικά κεφάλαια στήριξής τους, τα επέστρεψαν με κέρδος για το κράτος που υπολογίζεται σε 4 δισ. δολ., αλλά εκατοντάδες εκατ. δολ. μπορεί να μην επιστραφούν ποτέ στο αμερικανικό Δημόσιο.

Πολλοί διερωτήθηκαν αν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η «τέλεια θύελλα» του 2007-2008. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι τα σύννεφα είχαν συσσωρευθεί νωρίτερα, με την τραπεζική απορρύθμιση στο τέλος της δεκαετίας του ’90, την αλόγιστη επέκταση των στεγαστικών δανείων και μία κουλτούρα που θεοποιούσε την ανάληψη βραχυχρόνιων κινδύνων στον βωμό του γρήγορου και εύκολου κέρδους. Το ζητούμενο γι’ αυτόν είναι τα μαθήματα του Σεπτεμβρίου 2008 να αξιοποιηθούν για να θωρακισθεί το σύστημα από επόμενες κρίσεις. Δεν φαίνεται όμως πολύ αισιόδοξος, γιατί βλέπει τη Γουόλ Στριτ να επιστρέφει στην υπεροψία και να συμπεριφέρεται πάλι σαν να είναι άτρωτη, σαν να είναι «πολύ μεγάλη για να αποτύχει».

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος διευθύνει το Γραφείο Τύπου και Επικοινωνίας της Ελλάδας στη Γενεύη.