ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ενα στοίχημα για τον Πειραιά

Χρειάστηκαν δώδεκα χρόνια για να χτιστεί και πάνω από είκοσι χρόνια για να θεραπευθούν οι πληγές που άφησαν πάνω του σεισμοί, παραίτηση και χρόνος. Γεφύρι της Αρτας για χρόνια, καμάρι του Πειραιά, το Δημοτικό Θέατρο, εντυπωσιακό αρχιτεκτόνημα του Ιωάννη Λαζαρίμου που εγκαινιάστηκε το 1895, με μοναδική μπαρόκ σκηνή, από τις τρεις – τέσσερις που διασώζονται στην Ευρώπη, ετοιμάζεται να σηκώσει αυλαία. Στην τελική ευθεία πια, και ας μην παραδόθηκε τον Ιούλιο όπως αναμενόταν, υπολογίζεται να είναι έτοιμο ώς το τέλος του χρόνου μαζί με τη μικρή σκηνή, την έκπληξη, που αποκαλύφθηκε στο εσωτερικό. Ετοιμοι λοιπόν για εγκαίνια τον ερχόμενο Ιανουάριο ενός έργου που χρηματοδοτήθηκε με γέφυρα από το Γ΄ ΚΠΣ στο ΕΣΠΑ (γέφυρα) και έγινε από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων.

Είναι ακριβώς ο καιρός όμως για να προβληματιστεί το υπουργείο Πολιτισμού – Τουρισμού σχετικά με τη μελλοντική του αξιοποίηση. Διότι το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, που διασώζει το 60% των μηχανισμών της σκηνής, μπορεί να χρησιμοποιηθεί διπλά: επιμορφωτικά και ψυχαγωγικά. Αλλιώς θα ρημάξει, όπως συνέβη στο παρελθόν, από κακή χρήση, ανάξιες επιλογές και κακές φιλοξενίες.

Από τη σκηνή του πέρασαν πράγματι ιστορικοί θίασοι, μεγάλοι σκηνοθέτες (Ροντήρης, Κουν, Σολομός, Καραντινός, Μιχαηλίδης, Σεβαστίκογλου, Ευαγγελάτος) και ερμηνευτές (Κοτοπούλη, Βεάκης, Παξινού, Κατράκης, Χορν, Λαμπέτη, Νέζερ, Αρώνη), για ένα διάστημα φιλοξένησε και τον Μουσικό Οργανισμό Πειραιά με επικεφαλής τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στέγασε από τη δεκαετία του ’80 και μετά μέχρι και επιθεωρησιακά σχήματα με αισθητική μπουλουκιών.

Ο σκηνοθέτης όπερας, σκηνογράφος και σχεδιαστής θεάτρων Νίκος Πετρόπουλος (ειδικός τεχνικός σύμβουλος στον ανάδοχο, που σχεδίασε τη νέα σκηνή και την εσωτερική αισθητική του χώρου) έχει κατά καιρούς επισημάνει τους κινδύνους για τη μελλοντική χρήση και αξιοποίηση του χώρου. Εχει μιλήσει -δεν είναι ο μόνος- για τους κινδύνους της εκάστοτε δημοτικής αρχής, σημειώνοντας ότι πρέπει να υπάρχει και συνεργασία του ΥΠΠΟΤ στη νέα περίοδο του Δημοτικού Πειραιά.

Και αν οι περισσότεροι φαντάζονται το Δημοτικό του Πειραιά σαν το δικό τους Εθνικό Θέατρο, υπάρχει και η πρόταση μιας ακόμη χρήσης. Με αφορμή το γεγονός ότι το μοναδικό αυτό θέατρο είναι εφάμιλλο πολλών ευρωπαϊκών θεάτρων και ένα ένα από τα 3 ή 4 με μηχανισμούς μπαρόκ που υπάρχουν, να ενταχθεί σε πρόγραμμα επισκέψεων διάρκειας 15 ή 20 λεπτών, κατά τη διάρκεια των οποίων με μουσική υπόκρουση μπαρόκ θα γίνονται αλλαγές σκηνικών με φωτισμούς, ενώ σε «πραγματικό χρόνο» θα παρακολουθείται σε οθόνη η λειτουργία των μηχανισμών του υποσκηνίου. Στη σκηνή μπορεί να υπάρχουν κούκλες, κοστούμια εποχής, συστήνει ο κ. Πετρόπουλος, ενώ στη συνέχεια θα δίνεται η δυνατότητα στον επισκέπτη να επισκέπτεται το υποσκήνιο. Να λειτουργήσει και εργαστήριο σκηνογραφίας μπαρόκ, να ανοίξει η υπέροχη βιβλιοθήκη με τον τρούλο κ. ά.

Σε μια Ελλάδα που καίγεται για τουριστική ανάπτυξη και που η ηγεσία του ΥΠΠΟΤ έχει επενδύσει τόσα πολλά στην πολιτιστική ανάπτυξη του Πειραιά και στον τουρισμό των κρουαζιερόπλοιων με δράσεις κοντά στο λιμάνι, αξιοποίηση παλιών εγκαταστάσεων και δημιουργία νέων μουσείων, αυτό το αρχιτεκτονικό θεατρικό στολίδι δεν πρέπει να εξαιρεθεί από την τουριστική διαδρομή. Πολύ περισσότερο που θεωρείται ανώτερο εκείνου του Εθνικού Θεάτρου.

Ο κ. Πετρόπουλος, έμπειρος σε ανάλογα θεάματα, βλέπει ακόμη και συνεργασίες με ιταλικά θέατρα προκειμένου να γίνονται μικρές οπερετικές συμπαραγωγές με άμεση πρόσβαση από το λιμάνι, ενώ ένα διεθνές φεστιβάλ μπαρόκ με κονσέρτα, διαλέξεις και συναυλίες είναι ακόμη μια τονωτική ένεση για να μην παρακμάσει ο χώρος. Αυτό που στην Ευρώπη είναι κανόνας η Ελλάδα πρέπει να το εντάξει τώρα στην καθημερινότητά της. Ο Νίκος Χαρκιολάκης, προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αναστήλωσης Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων, δίνει το παράδειγμα του Λα Φενίτσε. Θα μπορούσε με ένα εισιτήριο π.χ. 5 ευρώ να οργανώνονται ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα στις αίθουσές του.

Οσο για τη θεατρική δραστηριότητα, πάνω απ’ όλα χρειάζεται φορέας και ένας εμπνευσμένος, ευέλικτος καλλιτεχνικός διευθυντής. Να μπορεί να σχηματίσει ρεπερτόριο που θα τονώσει την καλλιτεχνική ζωή του τόπου, αποφορτίζοντας την υπερπροσφορά της Αθήνας και δημιουργώντας νέους χάρτες πολιτισμού.