ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η επικαιρότητα των αστικών ερειπίων

Εξοικειώνεται κανείς με την καταστροφή; Η εικόνα πυρπολημένων κτιρίων, που είδαμε πρόσφατα στο Λονδίνο, επαναφέρουν τη μνήμη μιας βαθιάς ευρωπαϊκής εμπειρίας και ανασύρουν τη «στρεβλή» έλξη που προκαλεί η θέαση του τέλους. Το Λονδίνο του 2011 δεν έχει φυσικά σχέση με το Βερολίνο του 1945 ή τον Σαν Φρανσίσκο του 1906. Δεν παρουσιάζει ούτε την έκταση ούτε τον συμβολισμό μιας μαζικής καταστροφής. Διαθέτει όμως τον μοχλό να κινήσει και πάλι τα γρανάζια της μνήμης του δυτικού ανθρώπου. Η γοητεία των ερειπίων, που ενέπνευσε το απόλυτο βιβλίο για τους αστικούς ερειπιώνες («Ruins», του Christopher Woodward), εμπεριέχει λίγο από τη διαστροφή του Νέρωνα και τον ρομαντισμό του 18ου αιώνα. Αλλά, σήμερα καθώς ο δυτικός κόσμος φέρνει ξανά μέσα στην αυλή του την πιθανότητα των αναφλέξεων, έστω μεμονωμένων, έστω βραχύβιων, απομακρύνεται η βεβαιότητα ότι «στην εποχή μας» δεν συμβαίνουν βαρβαρότητες επί ευρωπαϊκού εδάφους.

Αν μείνουμε μέσα στα τείχη των πόλεων, αυτή η αλαζονική βεβαιότητα είχε ήδη κλονιστεί το 1999 με τον βομβαρδισμό του Βελιγραδίου. Και δύο χρόνια μετά, η απόλυτη επισφράγιση του τέλους της δυτικής ευδαιμονίας ήρθε με την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων. «Η τρομοκρατία πάντα μεταφέρει ένα μήνυμα, που εκφράζεται συχνά με έναν στόχο σε αρχιτεκτονικά σύμβολα», λέει ο Robert Bevan, συγγραφέας της μελέτης «The Destruction of Μemory».

Πόλεμος, Φύση, Ανάπλαση

Αλλά συχνά, τα σύγχρονα επεισόδια καταστροφής, όπως στο Λονδίνο του 2011 (ή στην Αθήνα του 2008), δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβεβαίωση μιας τροχιάς. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς οι ευρωπαϊκές πόλεις είναι σε πολλές περιπτώσεις προϊόντα καταστροφών με τον ορθολογικό επανασχεδιασμό να ακολουθεί. Η τρομοκρατία ή η παραβατικότητα στις μητροπόλεις που γεννά και οργανώνει ξεσπάσματα κατά του αστικού κράτους ή εκδηλώσεις απόγνωσης λόγω των ανισοτήτων, είναι πιθανόν να οργανώσει εκ νέου το βλέμμα μας πάνω στην όψη και λειτουργία των πόλεων. Ιστορικά και συμβολικά δίπλα στη βία (Μπέλφαστ τη δεκαετία του ’70), ή την τρομοκρατία (Μαδρίτη, 2004), στέκονται ο πόλεμος (πόλεις της Γερμανίας, Λονδίνο, Κόβεντρι, Λιλ, Ρότερνταμ, Βαρσοβία, Βουδαπέστη, η Αθήνα στα Δεκεμβριανά, κ.α.) αλλά και η Φύση (σεισμοί στη Λισσαβώνα 1755, στη Μεσίνα 1908, στα Σκόπια 1963, η πυρκαγιά στη Θεσσαλονίκη 1917 που μας πάει πίσω στη μεγάλη φωτιά του Λονδίνου το 1666).

Και από δίπλα, η ανθρωπογενής οικειοθελής ανατροπή του αστικού στάτους κβο με τα εκτεταμένα προγράμματα μαζικών κατεδαφίσεων (Παρίσι 1853-70, Νέα Υόρκη 1900-70, Αθήνα 1950-80, Βουκουρέστι επί Τσαουσέσκου). Ολα αυτά κλονίζουν την εμπειρία της καθημερινότητας και σε διάστημα μιας γενιάς ή σε «γέφυρα» ενός μόλις έτους, ζητούν εκ νέου εκπροσώπηση με καινούργια αρχιτεκτονικά σύμβολα ή νέες, συχνά βαθιές, και τελεσίδικες ρήξεις. Ολα όμως μοιάζουν με μία συνέχεια.

Αν σήμερα βλέπουμε ομοιότητες στο φλεγόμενο κτίριο του Τότεναμ με βανδαλισμούς της δεκαετίας του ’30, είναι γιατί η ιστορική εμπειρία είναι νωπή, προέρχεται από ένα σώμα γεγονότων που οριοθετούνται στον χρόνο δίχως κόπο. Η Ευρώπη καθώς κινείται όλο και βαθύτερα στον 21ο αιώνα, ξεφορτώνοντας τα βαρίδια του 20ού, προκαλεί μεγάλους κοινωνικούς τριγμούς. Οι πόλεις μας είναι νομοτελειακά προγραμματισμένες να αλλάζουν κάθε δύο με τρεις γενιές τα τελευταία 250 χρόνια. Αλλάζουν είτε γιατί το επιθυμούν είτε γιατί έρχεται θεομηνία, είτε γιατί κινούνται συγκρουσιακά με αυτοκαταστροφικές ταχύτητες. Σήμερα, όλο και περισσότεροι υποστηρίζουν ότι το αστικό τοπίο του 2030 θα είναι σε μεγάλο βαθμό και ίσως απρόβλεπτα διαφορετικό.