ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Να γίνω αθάνατος και μετά να πεθάνω…

Το «Με κομμένη την ανάσα» ήταν το βάπτισμα του πυρός για το enfant terrible (τρομερό παιδί) του γαλλικού σινεμά Ζαν Λικ Γκοντάρ, αλλά και για τον πρωταγωνιστή του Ζαν Πολ Μπελμοντό. Μια ασπρόμαυρη ταινία – σήμα κατατεθέν της νουβέλ βαγκ, που ξαναπροβάλλεται σε επανέκδοση, επετειακή για τα πενήντα χρόνια της. Η κόπια είναι αποκατεστημένη με σύγχρονη τεχνολογία και αναδεικνύει στο έπακρο την ανέμελη γοητεία του εκκολαπτόμενου μοντερνισμού του Γκοντάρ, όπως και το ιδιαίτερο στυλ του διευθυντή φωτογραφίας Ραούλ Κουτάρ. Στο σενάριο συνεργάστηκε ο Φρανσουά Τριφό και στην παραγωγή ο Κλοντ Σαμπρόλ, που συμπληρώνουν την τριανδρία που άλλαξε το πρόσωπο του γαλλικού σινεμά στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Παρών και ο «πατριάρχης» του γαλλικού νουάρ Ζαν Πιερ Μελβίλ σε ένα μικρό πέρασμα στον ρόλο ενός διάσημου συγγραφέα. «Ποια είναι η φιλοδοξία σας;» τον ρωτά δις η συμπρωταγωνίστρια του Μπελμοντό, Τζιν Σίμπεργκ. «Να γίνω αθάνατος και μετά να πεθάνω», της απαντά αυτός. Ο Γκοντάρ, αν και διέθετε χιούμορ, προφανώς δεν έκανε πλάκα, αλλά αποτύπωσε απλώς στο σελιλόιντ το πνεύμα μιας εποχής που προοιωνιζόταν τον γαλλικό Μάη.

Χωρίς ηθική

Ο Μπελμοντό άφησε εποχή στον ρόλο του Μισέλ Πουακάρ, ενός νεαρού γκάνγκστερ χωρίς παρελθόν και μέλλον, που ζει μόνο για το παρόν. Ο Πουακάρ θα μπορούσε να ‘ναι ήρωας από νουάρ του Μελβίλ. Ο κόσμος του είναι ασαφής, όχι μόνο χωρίς το καλό και το κακό, αλλά και χωρίς κανενός είδους ηθική, ούτε καν αυτή του υποκόσμου, που φωτίζει τα κίνητρα των πρωταγωνιστών της μελβιλικής τραγωδίας.

Ο Πουακάρ έρχεται από τη Μασσαλία στο Παρίσι, όπου προσπαθεί να βρει έναν Ιταλό, επίσης γκάνγκστερ, για να πάρει τα χρήματα που αυτός του χρωστά. Τα χρειάζεται για να συνεχίσει τον δρόμο του με κατεύθυνση τη Ρώμη.

Στην αρχή της ταινίας σκοτώνει χωρίς λόγο έναν αστυνομικό και στη συνέχεια ζει μια σύντομη ερωτική περιπέτεια στο πλευρό μιας νεαρής Αμερικανίδας, της Πατρίτσια (Τζιν Σίμπεργκ), η οποία σπουδάζει στη Σορβόννη, ενώ παράλληλα θέλει να γίνει δημοσιογράφος.

Ο Γκοντάρ εισάγει έναν χαρακτήρα αποστασιοποιημένο από τον έξω κόσμο, που θα γίνει πρότυπο αντι-ήρωα στο μετέπειτα σινεμά της περιπλάνησης. Ο Πουακάρ έχει ως σύνθημά του το «όλα ή τίποτα» και δεν τον αφορά να ενταχθεί στο κοινωνικό σύστημα, αλλά δεν το αμφισβητεί ούτε θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Δεν μπαίνει στο δίλημμα «θλίψη ή συμβιβασμός» · θέλει μόνο να φεύγει. Το μόνο κίνητρό του είναι η φυγή. «Ποτέ μη φρενάρεις τ’ αυτοκίνητα – φτιάχτηκαν για να τρέχουν», μονολογεί.

Η ρήξη του Γκοντάρ με το σινεμά που παράγεται σαν καταναλωτικό προϊόν από τη βομηχανία, ξεκινάει από την ελευθερία της φόρμας (αδιαφορεί για τη λογική σύνδεση των επιμέρους σκηνών της ταινίας) και φτάνει μέχρι την αποστροφή του ψυχολογικού πορτρέτου με τον τρόπο που το παρουσίαζε έως τότε ο κινηματογράφος.

Μέσα από μύθους

Ξαναβλέποντας σήμερα το «Με κομμένη την ανάσα», έχεις την αίσθηση μιας ερωτικής ιστορίας που θα μπορούσε, αλλά δεν νοιάζεται, να γίνει ένα μικρό ποιητικό μανιφέστο υπαρξισμού. Βασικά θέματά της είναι η αδυναμία επικοινωνίας και η αναποφασιστικότητα μπροστά σε ένα συγκεκριμένο φάσμα επιλογών. Ο Πουακάρ και η Πατρίτσια «εκφράζουν ποιοι είναι και συνεννοούνται μέσα από μύθους και κουλτούρες», γράφει ο Κιθ Ρίντερ στην Ιστορία του Παγκόσμιου Σινεμά. Ο Γάλλος Πουακάρ μοιάζει σαν να παίζει τον Μπόγκαρτ σε μια ταινία που εκείνη τη στιγμή επινοεί ο Γκοντάρ αυτοσχεδιάζοντας, ενώ η Αμερικανίδα Πατρίτσια έχει πάθος με τον Μότσαρτ και τον Ογκίστ Ρενουάρ.

«Αν έφτανε η αγάπη, τα πράγματα θα ήταν πολύ απλά. Οσο αγαπάμε, τόσο εδραιώνεται το παράλογο», γράφει ο Αλμπέρ Καμύ στον «Μύθο του Σίσυφου». Η φράση του ταιριάζει για όσα περνάει ο αντι-ήρωας του Γκοντάρ. Τα πράγματα δεν είναι απλά και το μέλλον αβέβαιο για τον «Μπόγκι» του, που θα γίνει θύμα της νεαρής κομψής Αμερικανίδας. Η Τζιν Σίμπεργκ, στον πιο φωτεινό ρόλο της καριέρας της, είναι αναποφάσιστη και μοιραία για τον Πουακάρ – έξω όμως από κάθε κλισέ της φαμ φατάλ.

Με κομμένη την ανάσα (A bout de souffle, ’60)

«Αγαπώ πολύ το «Με κομμένη την ανάσα», παρόλο που μια εποχή μ’ έκανε να νιώθω ντροπή, αλλά το τοποθετώ εκεί που είναι η θέση του, πλάι στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» ενώ θαρρούσα πως είναι ο «Σημαδεμένος» του Χάουαρντ Χοκς», έλεγε για την ταινία του ο Ζαν Λικ Γκοντάρ το 1962. Το «Με κομμένη την ανάσα» είναι ο νεοφώτιστος Γκοντάρ, αλλά και ο Ζαν Πολ Μπελμοντό (27 χρόνων τότε) σε έναν ρόλο που τον καθιέρωσε διεθνώς και τον ακολούθησε για δεκαετίες. (Πέντε χρόνια μετά, στον «Τρελό Πιερό», μια ωριμότερη και πιο φιλοσοφημένη εκδοχή τού «Με κομμένη την ανάσα», ο Μπελμοντό, τρελός από έρωτα για την Αννα Καρίνα, αναζητεί μαζί της έναν χαμένο παράδεισο.)

Σήμερα η φήμη του αειθαλούς Γκοντάρ ως δημόσιου προσώπου και διανοουμένου έχει ξεπεράσει τη φήμη του ως σκηνοθέτη (για του λόγου το αληθές το πρόσφατο φιλμ-δοκίμιό του «Filme Socialisme»). Οι επανεκδόσεις των παλιών του ταινιών, όμως, τον εδραιώνουν ως έναν δημιουργό που μάλλον βρίσκεται ανάμεσα στους κλασικούς του ευρωπαϊκού σινεμά. Ο πάντα ανήσυχος και ουδέποτε εκκεντρικός Γκοντάρ, που κάποτε διακήρυττε ότι ο κινηματογράφος θα μπορούσε να υποκαταστήσει τις άλλες τέχνες με την υπέρβαση και τη σύνθεσή τους σε μια νέα φόρμα, ίσως δεν νιώθει άνετος ανάμεσά τους. Ο χρόνος όμως δικαιώνει με τον δικό του τρόπο τις αληθινά μεγάλες πρωτοπορίες. (Στα θερινά σινεμά)