ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το θέατρο ακουμπά στο μικρόφωνο

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

Ηρακλής μαινόμενος

Σκην: Μιχαήλ Μαρμαρινός

Εθνικό Θέατρο

Οποιος δεν είχε παρακολουθήσει τα περί την παράσταση του «Ηρακλή», με τις αντιρρήσεις του ΚΑΣ για λεωφορεία, σκυλιά, άσπρα άλογα μέσα στην αρχαία ορχήστρα, θα ξαφνιάστηκε ίσως με το λεωφορείο ΚΤΕΛ του ’60 που στάθμευσε ορατό από το κοίλον αλλά εκτός θεάτρου, αποβίβασε τον θίασο και παρέμεινε εκεί φωτισμένο σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Δεύτερη φορά φέτος στην Επίδαυρο, θίασος μπαίνει στην ορχήστρα με σύγχρονα ρούχα και βαλίτσες. Φανερό, πως κάτι ζωτικό βρίσκεται υπ’ ατμόν; υπό διωγμό; περιπλάνηση; οπισθοδρόμηση; αναμονή;

Στην τελείως κενή ορχήστρα (σκηνικά-κοστούμια Ε. Μανωλοπούλου) μας περιμένει μοναχικό, καχεκτικό δενδρύλλιο με λίγα φύλλα. Σαν ελπίδα, σήμερα. Στον Μπεκετικό του ίσκιο, βουβοί σπασμοί διαπερνούν την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (την ηθοποιό; τον ρόλο της Μεγάρας;) και την ρίχνουν στο χώμα. Ο Μηνάς Χατζησάββας (Αμφιτρύων) πλησιάζει ένα μικρόφωνο με πόδι, και με απαλή, τρυφερή σχεδόν φωνή αυτοπαρουσιάζεται εξιστορώντας μας τα πριν, τα μετά και τα τώρα. Την αρπαγή της εξουσίας από τον Λύκο (κατά την απουσία του Ηρακλή στο Κάτω Κόσμο) και την απόφασή του να ξεκληρίσει τον οίκο του ημίθεου-ήρωα των ανθρώπων. Ηδη μια έκπληξη αυτή η αντίθεση ύφους-περιεχομένου, αυτός ο παρηγορητικός τόνος της φωνής, άποψη και σχόλιο (;) στον διαδεδομένο τρόπο του θεάτρου σήμερα, αντί λόγου να βγάζει άναρθρες κραυγές από μικροφώνου, στο προσκήνιο.

Οι πλέον γέροντες

Την απαλή εξιστόρηση σκληρότατης μοίρας συμπληρώνει (από το ίδιο μικρόφωνο) η απελπισμένη κοσμιότητα της νύφης του, Μεγάρας, που τον προτρέπει να τελειώνουν πια με τη θανατική τους καταδίκη. Ακολουθεί ο χορός των γερόντων, ίσως των πλέον γερόντων και πλέον ανήμπορων της ελληνικής τραγωδίας, που καταδικάζοντας τα γηρατειά αδυνατούν να υπερασπιστούν την πόλη και την οικογένεια του Ηρακλή.

Ανάμεσά τους όμως ο Μαρμαρινός έχει προσθέσει και νέους, ενεργούς, δυναμικότατους, που απορώ γιατί δεν αντιστέκονται αντί να σχολιάζουν και να παίζουνε τα δεκανίκια των γερόντων. Ερχεται και η σειρά του τύραννου Λύκου (Γ. Γάλλος) στο μικρόφωνο, που με σαρδόνια ηρεμία απειλεί, καταδικάζει, διαχέει χαμηλόφωνο τρόμο καθώς προετοιμάζει την ατιμωτική πυρά για τα τρία αγόρια, τη γυναίκα και τον γέροντα πατέρα του Ηρακλή.

Μόνη παραχώρηση στους μελλοθάνατους, η άδεια να νεκροστολιστούν, μητέρα και παιδιά, μες στο παλάτι απ’ όπου έχουν εκδιωχθεί. Πολλές οι ικεσίες του Αμφιτρύωνα προς τον ομόκλινό του Δία και μομφές για τη θεϊκή απουσία του, τώρα, στην ανάγκη. Ο χορός των συντηρητικών γερόντων (προεξάρχων Γιάννης Βογιατζής) επιλέγει ν’ απαριθμήσει δοξαστικά τους άθλους του Ηρακλή, ορχούμενος ασταθώς και άδοντας γιορτής τραγούδι αντί θρήνου. Ευκαιρία για την ανάπτυξη αντιστικτικού χορού (γέροι-νέοι) από τον σκηνοθέτη υπό τη ζωντανή, εμπνευσμένων υπαινιγμών μουσική του Δ. Καμαρωτού και την επιμέλεια κίνησης του Κ. Ρήγου.

Ευκαιρία για αποθέωση της σχέσης συλλογικό-ατομικό, που χρόνια τώρα μελετά κι εφαρμόζει -περισσότερο ή λιγότερο εύστοχα- πάντως πρωτοπόρα ο Μαρμαρινός. Κι εμμονικά προσηλωμένα βέβαια, αν κρίνει κανείς από το σχοινοτενές των δράσεων του χορού, «συμπτωματικό συνονθύλευμα ανθρώπων μιας πόλης που θα μπορούσες να τους συναντήσεις στα φανάρια, σε μια στάση λεωφορείου, κλπ., μέλη ενός κρυφού χορού μιας κάποιας τραγωδίας, ραψωδοί πάσης μνήμης απαγορευμένης, απαρνημένης, πεισμόνως συντηρημένης», που δεν χόρταινε (με τραγουδάκια, φράσεις άλλων, συλλογικές ή ατομικές φαντασιώσεις) να λαϊκίζει και να επαναλαμβάνεται, συχνά αυτοκαταργούμενος.

Αγριο παραμύθι

Η ευριπίδεια αντιστροφή του μύθου (πρώτα οι άθλοι, μετά η τεκνοκτόνα μανία του Ηρακλή) εγγυώνται ένα από τα πιο τραγικά και άγρια παραμύθια της αρχαίας γραμματείας. Το εκκύκλημα με τους νεκροστολισμένους βγαίνει σε θρηνητικό γύρο της ορχήστρας, με οδηγό τον τρεμάμενο γέροντα Αμφιτρύωνα. Τότε εμφανίζεται απρόσμενα ο Ηρακλής από τον Αδη, δίχως λεοντή και ρόπαλο, αποκαμωμένος από τους άθλους (μόχθους).

Το εκκύκλημα μετατρέπεται σε πάλκο πανηγυριώτικο, τι άλλο; Αοπλος, εξανθρωπισμένος, μικρόσωμος σχεδόν, ο Νίκος Καραθάνος, ακούει και δεν καθυστερεί. Μπαίνει στο παλάτι, στήνει ενέδρα στον Λύκο κι εμείς πασχίζουμε να μάθουμε από τον φλύαρο χορό και τις ζητωκραυγές του, τον φόνο του τυράννου. Μέχρι που μπαίνουν οι απεσταλμένες της Ηρας, Ιρις (Στεφανία Γουλιώτη) και Λύσσα (Θεοδώρα Τζήμου), ανατρέποντας το καλό τέλος και μετατρέποντας το ύφος σε κραυγαλέο και ασαφές τόσο, που χάνεται η αρχική άρνηση της Λύσσας (!) να κάνει τον Ηρακλή, μαινόμενο φονιά των δικών του!

Πειστική και εξαιρετικά ερμηνευμένη η ταύτιση ρόλου Ηρακλή-Αγγέλου από τον Καραθάνο όπως και η τραγική του αφύπνιση. Στο αρχικό, χαμηλών τόνων αλλά πυκνών ημιτονίων ύφος, και ο Θησέας (Θ. Αθερίδης) πείθει τον Ηρακλή να μην αυτοκτονήσει αλλά ν’ αγωνιστεί για τον μέγιστο άθλο των θνητών: τη ζωή. Ισως και για ένα όνομα, αφού έως τώρα γύριζε τα πέρατα του κόσμου ως Ηρας-κλέος (δόξα), περιώνυμος αλλά ανώνυμος. Οπως εμείς, προγόνων απόγονοι, με δάνεια ονόματα και δόξα από τη δική τους. Μια παράσταση, που τράβηξε καμιά ώρα παραπάνω, άνοιξε όμως λογαριασμούς με την ερμηνεία του αρχαίου δράματος.