ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

H Βρετανία βρίσκεται σε σταυροδρόμι

Ηταν αδύνατο να μη νιώσεις φρίκη, αγανάκτηση, ακόμα και φόβο βλέποντας τις εικόνες από τους αγγλικούς δρόμους πριν από λίγες ημέρες. Ομως οι προάγγελοι βρίσκονταν για πολύ καιρό εκεί, αν κάποιος ενδιαφερόταν να κοιτάξει. Οι κοινωνικοί και πολιτιστικοί δεσμοί στην Αγγλία εξασθενούσαν και διαβρώνονταν επί δεκαετίες.

Ως έθνος είμαστε μια χαμένη φυλή – αποπροσανατολισμένη, ανήσυχη, δύσπιστη. Δεν υπάρχει αίσθηση συλλογικού στόχου ή κοινού πεπρωμένου. Είναι μια έλλειψη κατεύθυνσης που αναμειγνύεται με μια νέα καταστροφική πεποίθηση ότι ο θεμέλιος λίθος της «αγγλικότητας» -η αφοσίωση στην εντιμότητα- έχει καταστραφεί. Εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή έχουν εξαπολύσει μια επίθεση για να αρπάξουν ό, τι μπορούν, χωρίς καμιά αίσθηση ευθύνης για την κοινωνία της οποίας αποτελούν μέρος.

Δεν υπάρχει, βεβαίως, καμιά δικαιολογία για την αχαλίνωτη παραβατικότητα – όπως είπαν ο πρωθυπουργός, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, όλοι σε μια εναρμονισμένη χορωδία στην οποία προστέθηκαν και πολλοί από τους ίδιους τους ταραξίες στα δικαστήρια όπου οδηγήθηκαν. Αυτό όμως δεν βοηθάει και πολύ. Πρέπει να μάθουμε το γιατί και να προχωρήσουμε πέρα από τις εκκλήσεις για καλύτερη αστυνόμευση, αυστηρότερες ποινές και καλύτερη γονεϊκή φροντίδα, όσο κι αν όλα αυτά χρειάζονται ως μέρος της λύσης. Η αναδυόμενη άποψη είναι ότι δεν υπήρχε κανένας πολιτικός ή κοινωνικός στόχος πίσω από όσα συνέβησαν: ήταν άμυαλοι, αδέσποτοι νεαροί και συμμορίες που λεηλατούσαν για να αρπάξουν τηλεοράσεις plasma και αθλητικές φόρμες που λανθασμένα πίστευαν πως δικαιούνται να έχουν. Ηταν μια νέα και αβυσσαλέα κοινωνική κατάπτωση.

Ωστόσο, από τα μηνύματα στα Twitter και BlackBerry γίνεται σαφές ότι κάτι πιο περίπλοκο και ανησυχητικό συνέβαινε – και ότι υπάρχει ένα νήμα που συνδέει τις πρόσφατες καταστροφές με άλλα γεγονότα που συνέβησαν στους δρόμους μας την τελευταία περίοδο. Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, έγιναν συλλήψεις στο Μπρίστολ όταν νεαροί έκαναν κατάληψη σ’ ένα τοπικό κατάστημα που η Tesco ήθελε να μετατρέψει σε Tesco Express – οκτώ αστυνομικοί τραυματίστηκαν στις βίαιες συγκρούσεις. Και όλοι θυμόμαστε το σοκ όταν οι φοιτητές εξαγριώθηκαν, προκαλώντας καταστροφές στη διάρκεια των διαδηλώσεών τους για τα δίδακτρα το περασμένο φθινόπωρο.

Φαινόταν να υπάρχει μια λεπτή γραμμή όσον αφορά το θεμιτό της βίας: η δυναμική διαμαρτυρία είναι αποδεκτή και η βία στο περιθώριο της διαμαρτυρίας σε κάποιο βαθμό ανεκτή, αν και ποτέ δεν πρέπει να ενθαρρύνεται.

Τώρα ανακαλύπτουμε ότι τα πηγάδια της δυσαρέσκειας και της προθυμίας για βίαιη αντίδραση είναι πολύ πιο βαθιά από τις ανεπιθύμητες παρενέργειες της πολιτικής διαμαρτυρίας.

Αυτό δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη. Βεβαίως, η Λόρα Τζόνσον, που μένει σε σπίτι ενός εκατομμυρίου στερλινών στο Οπρινγκτον, ή ο Αλέξις Μπέιλι, βοηθός δασκάλου σε δημοτικό σχολείο, πιάστηκαν να συμμετέχουν σε λεηλασίες μαζί με τους μη προνομιούχους ταραξίες. Οπως ακριβώς τα μέλη της μεταπολεμικής γενιάς, πλούσιοι και φτωχοί, συμμετείχαν σε μια ευρύτερη εμπειρία ζωής, έτσι συμβαίνει και σήμερα με τους κάτω των 30 ετών.

Η έκθεση της Unicef, που το 2007 τοποθέτησε τη Βρετανία στην τελευταία θέση των 21 βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών όσον αφορά τον τρόπο που μεταχειρίζεται τα παιδιά της, δεν ξεχώριζε μόνο την παιδική φτώχεια ως αιτία του προβλήματος – στους άλλους παράγοντες περιλαμβάνονταν η «εργοστασιακή» εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση, οι αδύναμες οικογενειακές και φιλικές σχέσεις, η χαμηλή υποκειμενική αίσθηση ευζωίας και οι κίνδυνοι της καθημερινής ζωής.

Προσθέστε σ’ αυτή την εικόνα τα σύγχρονα εμπορικά κέντρα που δεν αφήνουν χώρο για τα νέα παιδιά, τα ανεπαρκή κέντρα νεότητας που τώρα κλείνουν, τη συνεχή παρενόχληση από την Αστυνομία στους κάτω των 25, που διατάσσονται να διαλυθούν ακόμα κι όταν δεν είναι πάνω από τρεις – όλα αυτά έχουν αντίκτυπο σε μια ολόκληρη ηλικιακή ομάδα. Οι ευπρεπείς, μελετηροί νέοι, μπορεί να δουλεύουν σκληρά για τους βαθμούς τους, τα πτυχία τους και την επαγγελματική τους κατάρτιση. Κι αυτοί όμως φτάνουν αναπόφευκτα στο σημείο να διερωτούνται: προς τι;

Η χώρα βρίσκεται σε οικονομική στασιμότητα. Για οποιονδήποτε νέο που έχει παγιδευτεί σε ένα από τα προάστια-βόθρους επειδή ήταν άτυχος και γεννήθηκε εκεί, τι ευκαιρίες υπάρχουν; Αυτή η ανυπαρξία προοπτικής είναι κάτι δίκαιο, κάτι που το αξίζουν αυτά τα παιδιά;

Στο μεταξύ, εκείνοι που βρίσκονται «από πάνω» αποκομίζουν όσο περισσότερα μπορούν. Είναι απλώς αποδεκτό ότι το υψηλότερο ποσοστό φορολόγησης είναι άσκοπο, επειδή τόσο πολλοί οργανώνουν τις δουλειές τους έτσι ώστε να μην το πληρώνουν – ακόμα και διάσημοι παρασημοφορημένοι, όπως ο Φίλιπ Γκριν και ο Ρίτσαρντ Μπράνσον, ο οποίος φημολογείται ότι σχεδιάζει να μεταφέρει μέρος των επιχειρήσεών του στην Ελβετία. Και δεν ακούγεται ούτε λέξη αποδοκιμασίας από την οικονομική και πολιτική μας ελίτ.

Φτάνουμε σε μια μεγάλη καμπή στην εθνική μας ζωή. Δεν αρκεί να μιλάμε για αυστηρότητα απέναντι στο έγκλημα και για τα αίτια του εγκλήματος. Χρειαζόμαστε μια εκ βάθρων αναδιαμόρφωση της καπιταλιστικής οικονομίας μας και της κοινωνίας μας, όπου οι ανταμοιβές και οι τιμωρίες να είναι δίκαιες και αναλογικές, πάντα με βάση μια αναζωογονημένη και ευρύτερη αντίληψη του δικαίου. Δεν μπορούμε να αφήνουμε τη βάναυση κακοτυχία της γέννησης να υπαγορεύει τα πεπρωμένα με τόσο μοιραίο τρόπο όσο συμβαίνει στη Βρετανία. Ούτε οι ανταμοιβές μπορεί να είναι τόσο γιγαντιαίες για τόσο μικρή συνεισφορά ή αυθεντική καινοτομία – και οι ευθύνες να αποφεύγονται σε τόσο μεγάλη έκταση.

Η συντηρητική Δεξιά που κυριαρχεί στον κοινωνικό διάλογο πιστεύει ότι αυτά που συνέβησαν επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις της. Πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρά μέτρα που περιλαμβάνουν την απαγόρευση κυκλοφορίας και τους εκτοξευτήρες νερού, λένε κάποιοι από αυτή τη σκοπιά.

Ολα αυτά είναι κατανοητά – ήδη πέντε άνθρωποι σκοτώθηκαν στις ταραχές. Υπάρχει μια συλλογική επιμονή, που διαπερνά τη Δεξιά και την Αριστερά, ότι πλιατσικολόγοι πρέπει να λάβουν τη δίκαιη τιμωρία τους. Δεν πρέπει, όμως, να προκαλέσουμε μεγαλύτερη καταστροφή απ’ όση προκάλεσαν οι ταραξίες, δημιουργώντας ένα εκδικητικό αστυνομικό κράτος και μια νέα, πιο πικρόχολη τάξη απόκληρων. Πάνω απ’ όλα πρέπει να κάνουμε αυτά που λειτουργούν.

Αυτό απαιτεί να εξετάσουμε την κοινωνία μας στο σύνολό της. Ολα συνδέονται.

Συνοικίες – αποθήκες ανθρώπων

Η ευημερία στα υψηλά και στα μεσαία στρώματα εξαρτάται από τη σχετική ευημερία και τις ευκαιρίες εκείνων στα χαμηλά στρώματα. Οι κοινωνίες ή είναι συνεκτικές ή καταβαραθρώνονται. Η Αγγλία σ’ αυτό το πεδίο βαθμολογείται πολύ χαμηλά. Οι συνοικίες εργατικών κατοικιών είναι, σύμφωνα με σχετική έρευνα, τεράστιες αποθήκες ανθρώπων.

Από τη στιγμή που θα βρεθείς εκεί, δύσκολα θα βγεις. Το ένα τρίτο εκείνων που βρίσκονταν στο χαμηλότερο 10% ως προς το εισόδημά τους το 2001 παρέμεναν ακόμα εκεί το 2009. Από τη στιγμή που κάποιος μένει άνεργος, έχει διπλάσιες πιθανότητες να παραμείνει άνεργος παρά να βρει νέα απασχόληση.

Είναι πολύ απογοητευτικό, αλλά εκείνοι που βρίσκονται χαμηλά δεν είναι καθόλου καλά εφοδιασμένοι ψυχολογικά για να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο συνεχών απωθήσεων και αρνήσεων.

Οπως έδειξε μια αμερικανική έρευνα, ένα παιδί που μεγαλώνει σε φτωχή οικογένεια ακούει τρεις φορές λιγότερες λέξεις από ένα παιδί της μεσαίας τάξης – και το ένα δέκατο των λέξεων ενθάρρυνσης. Εν τω μεταξύ, οι πιο εύποροι έχουν γίνει ακόμα καλύτεροι στη «συσσώρευση ευκαιριών» -εξασφαλίζουν θέσεις στις καλύτερες σχολές (συχνά αγοράζοντάς τις) και, μέσα από τα δίκτυά τους, εξασφαλίζουν τις θέσεις μαθητευόμενων που είναι τόσο σημαντικές σήμερα στην αγορά εργασίας. Είναι δίκαιο αυτό; Η τύχη της γέννησης καθορίζει όλο και περισσότερο τις ευκαιρίες ζωής – εμπειρία πολλών από εκείνους που επιδόθηκαν στις καταστροφές και τις λεηλασίες.

Δεν ψεύδονται όταν λένε ότι δεν υπάρχει τίποτα γι’ αυτούς. Δεν είναι δικαιολογία: είναι μια κοινωνική πραγματικότητα που απαιτεί αντιμετώπιση. Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του, όμως, είναι σίγουροι για τη διάγνωσή τους. Αρνούμενοι μια ανεξάρτητη έρευνα που θα μπορούσε να δώσει διαφορετικά αποτελέσματα, επιμένουν ότι η λύση είναι μια αστυνομική αντεπίθεση ενισχυμένη από ποινές αφαίρεσης κοινωνικών επιδομάτων για την παραβατικότητα μιας απείθαρχης κατώτερης τάξης.

Η υπόλοιπη Βρετανία, προσθέτουν, είναι καλά στην υγεία της. Επιπλέον, αποδέχεται την ανάγκη για μια μαζική περικοπή των κρατικών δαπανών, περιλαμβανόμενης και της Αστυνομίας η οποία υποτίθεται ότι δεν θα επηρεαστεί από την περικοπή κατά 20% του προϋπολογισμού της, προκειμένου να διατηρηθεί η αξιολόγηση με τρία Α του σχετικά χαμηλού δημόσιου χρέους μας.

Ηδη η ηγεσία της Αστυνομίας αντικρούει αυτή την άποψη: η εκδικητική αστυνόμευση ως όπλο ενός πολιτικοποιημένου αστυνομικού κράτους, αλλά με πολύ λιγότερους πόρους, είναι αναπόφευκτο να κάνει χειρότερα τα πράγματα.

Η αξιολόγηση του βρετανικού χρέους -που οι περικοπές δαπανών στοχεύουν να διατηρήσουν- είναι μέσον και όχι σκοπός.

Οφείλουμε να καταλάβουμε τι συνιστά την κοινωνική εντιμότητα: ότι πρέπει να λαμβάνουμε τη δίκαιη ανταμοιβή μας ανάλογα με τη συνεισφορά μας και η κοινωνία έχει καθήκον να μετριάσει την καλή και την κακή τύχη των μελών της που δεν οφείλεται στη δική τους αξία ή φταίξιμο. Κι έπειτα οφείλουμε να δράσουμε για να δημιουργήσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία που βιώνει αυτές τις αξίες από την κορυφή έως κάτω.

Θα είναι μια Βρετανία που έχει ανακτήσει τον στόχο της· μια προοπτική στην οποία να πιστεύει, και που να μην παραμορφώνεται από γεγονότα, όπως αυτά που ζήσαμε πρόσφατα.