ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαράζι ανεκπλήρωτου έρωτα

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Κάπου περνούσε μια φωνή

επιμέλεια – επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος

εκδ. Ερατώ

Καρπός ασφαλώς της λεπταίσθητης και ιδιαίτερης ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, η νουβέλα «Κάπου περνούσε μια φωνή» μας μεταφέρει στους τόπους «μιας Αθήνας περασμένης», όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου. Βρισκόμαστε στο 1915, χρονιά κατά την οποία γράφεται η νουβέλα (και εκτυλίσσεται η ιστορία), για να δημοσιευθεί όμως μόλις το 1940 -τέσσερα χρόνια πριν από την αυτοκτονία του ποιητή- σε συνέχειες, στο περιοδικό Νέα Εστία. Από μία άποψη, επομένως, πρόκειται για ένα σχετικά νεανικό έργο, λαμβάνοντας ωστόσο σοβαρά υπ’ όψιν μας την εκδοχή να επεξεργάστηκε ο Λαπαθιώτης το κείμενο κατά τη διάρκεια της δημοσίευσής του – εκδοχή η οποία ενισχύεται από παρατηρήσεις που συχνά αντιδιαστέλλουν τον χρόνο της δράσης από εκείνον της αφήγησης, όπως π. χ. όταν μιλώντας για την οδό Ερατοσθένους, στο Παγκράτι, ο αφηγητής σημειώνει ότι «πέρναγε το τραμ του Παγκρατίου» και σε παρένθεση «και που περνάει άλλωστε και τώρα». Επιπλέον, ενώ η ιστορία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάπως απλοϊκή, κάτι που προσιδιάζει στο νεαρόν της ηλικίας, το ύφος του Λαπαθιώτη εμφανίζεται απολύτως ώριμο.

Το μαράζι του μοναχικού, ανομολόγητου, πλην εμφανούς, έρωτα της καπελούς Ρηνούλας για τον σχεδόν ανυποψίαστο και πάντως αδιάφορο Σωτήρη, το τσαγκαράκι, θα την οδηγήσει βασανιστικά στο λιώσιμο του εαυτού της, στην αρρώστια και τον θάνατο, την ίδια στιγμή που ο αγαπημένος της συνδέεται φιλικά, πολύ στενά με τον μικρότερο αδελφό της, Λάκη. Ο Λαπαθιώτης, με βάση αυτό το τυπικά ρομαντικό αλλά και προσφιλές του θέμα, βρίσκει συνάμα την ευκαιρία να μιλήσει για τα νέα, φτωχά και εργατικά παιδιά του κέντρου και των συνοικιών της Αθήνας (που ασφαλώς γνώριζε από πρώτο χέρι και από τις νυχτερινές περιπλανήσεις του) και να ξετυλίξει μία ποικιλία εντυπώσεων, αισθημάτων, σκοτεινών ονείρων, παραισθήσεων, αποχρώσεων, αποκλίσεων, συμπεριφορών και ηθών, απεικονίζοντας ρεαλιστικά τη ζωή της Αθήνας. Η Ρηνούλα πηγαινοέρχεται καθημερινά από το σπίτι στο καπελάδικο, χάνεται μέσα στο πλήθος των ανθρώπων, τρελαίνεται να ζήσει, ενώ βυθίζεται αργά, απελπιστικά στο σκοτάδι και τον θάνατο· ο Σωτήρης και ο Λάκης ορίζονται από μία υποδόρια, λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, οι παρέες των νεαρών ανδρών γυρνούν στους δρόμους, σε εθνικές – θρησκευτικές εορτές (όπως αυτή του Ευαγγελισμού που περιγράφεται), στα καφενεία και τα αναψυκτήρια, τραγουδώντας και κάποτε χορεύοντας ζεϊμπέκικο σε απόμερα καπηλειά.

Αστική τοπιογραφία

Η αστική τοπιογραφία περιζώνει ασφυκτικά τους ήρωες: οδός Ερμού, Αγίου Μάρκου, Αιόλου, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Ρηγίλλης, Αναπαύσεως, Ερατοσθένους, Λεωφόρος Κηφισίας (η σημερινή Βασιλίσσης Σοφίας) Ομόνοια, Πλατεία Κλαυθμώνος, Σύνταγμα (το ιστορικό ζαχαροπλαστείο του Ζαβορίτη, ο Κήπος των Μουσών), Παλιά Βουλή, η εκκλησία της Αγίας Ρόμβης, Ζάππειο, Μεταξουργείο, Θησείο, Κολωνάκι, Δεξαμενή, Πρώτο Νεκροταφείο, Ιλισσός, Παγκράτι.

Η αφήγηση, ακριβής, λεπτή, περιγραφική, ευφάνταστη, κατακλύζεται από αλλεπάλληλα κύματα ρυθμών, ώστε έχεις την εντύπωση ότι διαβάζεις στίχους, έτσι που ο ποιητής Γιώργος Γεραλής -όπως ανασύρει ο επιμελητής της έκδοσης Νίκος Σαραντάκος στα Επιλεγόμενα- θα επισημάνει σε δημοσίευμά του, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Λαπαθιώτη, το 1944: «Χαρακτηριστικό του πόσον ήταν συμφυής με τον εσωτερικό κόσμο του Λαπαθιώτη ο ποιητικός ρυθμός είναι και το γεγονός ότι ακόμη και ο πεζός λόγος του είχε συχνότατα τη ρυθμική κύμανση του στίχου, αφού και μια ολόκληρη νουβέλα του, δημοσιευμένη στη Νέα Εστία το 1940, είναι γραμμένη -σχεδόν- σε δεκαπεντασύλλαβους».