ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Από τα χρυσά κουτάλια στην ανεργία της τηλεόρασης

Οι άνθρωποι της τηλεόρασης λένε μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι το κανονικό πρόγραμμα της τηλεόρασης είναι η διαφήμιση και ότι παρενθετικά παρεμβάλλονται οι σειρές, η ενημέρωση. Ειρωνεία: έως πριν από τρία χρόνια, οι διαφημίσεις «στριμώχνονταν» ανάμεσα σε σαράντα δύο (42) τηλεοπτικές σειρές που προβάλλονταν τότε στην ελληνική τηλεόραση. Απίστευτο νούμερο – όταν τώρα, εν μέσω κρίσεως, μιλάμε για περίπου πέντε (5) σειρές. «Πολύς κόσμος έζησε καλά από την τηλεόραση, πολύ καλά θα έλεγα», παρατηρεί ο Σταύρος Στάγκος, σκηνοθέτης, πρώην διευθυντής ελληνικού προγράμματος στον ΑΝΤ1 και στον Alpha. «Φυσικά, ήταν μια φούσκα και πολλοί από εμάς περιμέναμε ότι κάποτε θα έσκαγε».

Πονεμένη υπόθεση (και) η τηλεόραση στον τόπο μας κι όταν συζητάς με ανθρώπους που εργάστηκαν στον χώρο, νιώθεις να μπαίνεις στο εσωτερικό αυτής της «φούσκας».

Περί ποιότητας. «Δεν έχουμε το ανθρώπινο δυναμικό για να κάνουμε 42 σίριαλ τον χρόνο. Δεν έχουμε 150 καλούς πρωταγωνιστές για να υποστηρίξουν ένα τέτοιο νούμερο», επιμένει ο Στ. Στάγκος, ενώ ο σεναριογράφος Βασίλης Σπηλιόπουλος, ο οποίος ξεκίνησε από το «Τμήμα Ηθών», με πλήθος σεναρίων για δραματικές και κωμικές σειρές, όπως η «Πολυκατοικία», σχολιάζει: «Βάζεις μια νοητή γραμμή όταν δουλεύεις, που είναι η γραμμή της προσωπικής σου αξιοπρέπειας. Δεν είναι απαραίτητα η γραμμή της ποιότητας, όμως. Οταν κάνεις 35 επεισόδια και γράφεις 1.500 σελίδες τον χρόνο, είναι αδύνατον να είσαι ποιοτικός συνέχεια. Αισθάνθηκα άσχημα όταν μια δουλειά δεν πήγε καλά – και δεν μιλάω για θεαματικότητα. Απλώς δεν ήμουν ικανοποιημένος από αυτό που έδωσα. Αυτή είναι η γραμμή της ποιότητας: να νιώθεις ότι κάνεις καλά τη δουλειά σου. Η γραμμή της αξιοπρέπειας είναι πιο σημαντική: τη σειρά που κάνεις θα την δει ο γιος σου, η μάνα σου, οι φίλοι σου – θα ντρέπεσαι που θα την δουν; Θέλεις να κρυφτείς όταν την βλέπεις; Ευτυχώς, δεν βρέθηκα ποτέ σε τέτοια θέση».

Ο σκηνοθέτης Βασίλης Τσελεμέγκος επίσης ξεκίνησε πριν από είκοσι χρόνια, δουλεύοντας σε σειρές όπως το «Τμήμα Ηθών», οι «Επιθυμίες» κ.ά. «Αναγκαζόσουν κι έπαιρνες ηθοποιούς που την ίδια εποχή έπαιζαν σε άλλα σίριαλ και ο τηλεθεατής έβλεπε σε δύο κανάλια τον ίδιο ηθοποιό», λέει. «Ηταν μια τρέλα. Φυσικά, «καίγεται» και ο ηθοποιός έτσι. Τώρα περάσαμε στο άλλο άκρο. Σκηνοθέτες, σεναριογράφοι και ηθοποιοί είναι άνεργοι».

Περί πίεσης. «Οταν ετοιμαζόμασταν για το κάστινγκ μιας σειράς», λέει ο Β. Τσελεμέγκος, «ενίοτε προτείνονταν ονόματα ηθοποιών που δεν ήταν πρώτης γραμμής, εμπορικά μιλώντας, οπότε οι υπεύθυνοι των καναλιών άρχιζαν τις γκρίνιες. Τους έλεγα «εσείς είστε η εξουσία, μπορείτε να τους κάνετε γνωστούς, να μάθει ο κόσμος καινούργια πρόσωπα»». Ο Β. Σπηλιόπουλος συμπληρώνει: «Οι ηθοποιοί που έρχονται στην τηλεόραση από το ποιοτικό θέατρο κλέβουν την παράσταση, έστω και σε μικρότερους ρόλους. Μια δουλειά που κάναμε και αγαπάω πολύ είναι η «Τελευταία παράσταση», με τη ζωή της Λαμπέτη, όπου έλαμψε μια θεατρική ηθοποιός, η Μαρίνα Καλογήρου».

«Τα κανάλια προφανώς έχουν άποψη για το ποιους ανθρώπους θα προωθήσουν – και συνήθως προτιμούν τους ήδη καταξιωμένους σταρ, αν και όταν δοκίμασαν καινούργια πρόσωπα, δικαιώθηκαν», προσθέτει ο Στ. Στάγκος. «Ενα παράδειγμα ήταν το «Κάτι τρέχει με τους δίπλα», που ανέδειξε τέσσερις πρωταγωνιστές. Από την άλλη, μια σειρά του Alpha που βασιζόταν σε θεατρικούς ηθοποιούς ήταν το «Δέκα». Οταν μου έφερε η Πηγή Δημητρακοπούλου την πρόταση για το καστ, είπα «τι καταπληκτικοί ηθοποιοί, αλλά το τηλεοπτικό κοινό δεν τους γνωρίζει». Κάναμε μερικά δοκιμαστικά γυρίσματα και ευτυχώς, προχωρήσαμε. Ηταν ένα ρίσκο που το έπαιρνα πιο εύκολα στον Alpha παρά στον ANT1. Οσο πιο μεγάλο είναι το κανάλι, τόσο πιο μεγάλη είναι και η πίεση που δέχεσαι. Πάντως, δεν μου επέβαλε ποτέ κανένας να βάλω να παίξει σε μια σειρά ο τάδε ή ο δείνα».

Περί εμπιστοσύνης στο προϊόν. «Οφείλω να πω ότι το Mega είναι ένα κανάλι που είχε το σθένος να υποστηρίξει τις σειρές του παρ’ ότι μπορεί να μην είχαν επιτυχία, πάντως δεν τις έκοβε, δεν «εκτελούσε τους συντελεστές»», παρατηρεί Στ. Στάγκος. «Γενικά, επικρατεί στην ελληνική τηλεόραση έλλειψη στρατηγικής και οράματος. Κάνεις μια δουλειά και δεν βγαίνει με την πρώτη χρονιά, επιμένεις, την υποστηρίζεις και μπορεί να σου βγει την επομένη. Τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους».

Ο Β. Τσελεμέγκος, μιλώντας για τις απογευματινές σειρές, υπενθυμίζει ότι με τη στρατηγική του το Mega έφερε το αντίπαλον δέος στην αυτοκρατορία του Φώσκολου στον ANT1, «με καλό μάρκετινγκ, στρατηγική και μια στροφή προς ένα εμπορικό σίριαλ, σαν του ΑΝΤ1, αλλά με πολύ καλύτερη παραγωγή».

Ο Στ. Στάγκος προσπάθησε στον ΑΝΤ1 να υποστηρίξει μια σειρά υπερφυσικού, τις «Ιστορίες μυστηρίου». «Ηταν κάτι νέο, με σκηνοθέτες του σινεμά, ημίωρης διάρκειας, ζητήσαμε πίστωση χρόνου για να βελτιωθεί η τηλεθέαση, δεν μας δόθηκε και κόπηκε η σειρά. Θα σας πω κάτι άλλο: επιτυχημένες σειρές όπως η «Δεκάτη Εντολή» του Πάνου Κοκκινόπουλου στον Alpha, την πρώτη χρονιά έκανε 13%, τη δεύτερη 17%, την επόμενη 21% και από τότε αποτελεί «βιβλιοθήκη» για το κανάλι. Το «Είσαι το ταίρι μου», στο Mega, στην αρχή έκανε μέτρια νούμερα, με τη σωστή στρατηγική, όμως, σήμερα είναι ιστορικό σίριαλ».

Περί επιτυχίας. Ολοι οι άνθρωποι της τηλεόρασης συμφωνούν ότι το μέσον ανεβάζει και κατεβάζει κόσμο με τρομακτικές ταχύτητες. Ξαφνικές επιτυχίες που ζαλίζουν, «εξαφανίσεις» που εκπλήσσουν. Ο Β. Σπηλιόπουλος μιλάει με παραδείγματα: «Ο Πέτρος Φιλιππίδης είχε κάνει μια μεγάλη επιτυχία με το «Χάι Ροκ». Κι όμως, πέρασαν χρόνια που στους κύκλους της τηλεόρασης τον αμφισβητούσαν. Χρειάστηκε να κάνει το «50-50» για να λάμψει και πάλι. Θυμάμαι το παράπονό του τη βραδιά των τηλεοπτικών βραβείων. Στο ίδιο σίριαλ έπαιζε και ο Παύλος Χαϊκάλης, για τον οποίο, χρόνια ολόκληρα, δυσπιστούσαν αν μπορεί να είναι πρωταγωνιστής σε σειρά.

»Ο Πάνος Μιχαλόπουλος ήταν «στιγματισμένος» από τις βιντεοκασέτες της δεκαετίας του ’80 και οι υπεύθυνοι του σταθμού δίσταζαν να τον εντάξουν στο βασικό καστ του «Τμήματος Ηθών». Τελικά καταφέραμε με τον Μανούσο Μανουσάκη και τον βάλαμε σε ρόλο γκεστ και ήταν εξαιρετικός. Μετά δούλεψε σχεδόν είκοσι χρόνια πρωταγωνιστής, με μεγάλες επιτυχίες. Ο Χάρης Ρώμας έδωσε τεράστιες επιτυχίες στην τηλεόραση, έκανε τη σειρά εποχής, το «Δεληγιάννειο Παρθεναγωγείο», από τις καλύτερές του δουλειές, δεν πήγε τόσο καλά και τώρα είναι εκτός. Ενας λάθος ρόλος ή σίριαλ χαμηλών πτήσεων μπορεί να υπονομεύσει μια επιτυχημένη καριέρα ετών».

Περί «κωμωδίας». Γιατί ειδικά στην κωμωδία επικρατεί το αφόρητο «καλλιαρντό» και το ξεφωνητό; «Κυρίως διότι πρόκειται για επιρροή από τα μεσημεριανάδικα πάνελ. Στην τηλεόραση ο θεατής μπορεί να παρακολουθεί και πράγματα που δεν του αρέσουν, θεάματα που και ο ίδιος χλευάζει, αλλά κολλάει από μια νοσηρή περιέργεια», λέει ο Β. Σπηλιόπουλος. «Από την άλλη, οι σκηνοθέτες διδάσκουν μερικές φορές μια ερμηνεία τής υπερβολής, νομίζοντας ότι έτσι κυκλοφορεί καλύτερα το αστείο, ότι έτσι γίνεται πιο κωμικό».

Είτε ανεβάζεις τον τηλεθεατή είτε επενδύεις στα χαμηλότερα ένστικτα

Από τα 42 σίριαλ στα… 5, από τα «χρυσά κουτάλια» στην ανεργία και… στα τουρκικά σίριαλ. «Ναι», λέει χαμογελώντας ο Στ. Στάγκος, «διότι κοστίζουν 5.000 – 10.000 το επεισόδιο στο κανάλι, ενώ μια φθηνή ελληνική σειρά 70.000 – σήμερα, διότι παλαιότερα θα ήταν 110.000, πριν από δύο χρόνια».

Σύμφωνα με τον Στ. Στάγκο, «στο εξωτερικό, τα μεγάλα κανάλια έχουν χώρο για τα πάντα: εμπορική σειρά, ντοκιμαντέρ, σινεφίλ ταινία. Εδώ αυτό δεν υπάρχει. Επικράτησε η λογική ότι «αυτά θέλει ο κόσμος». Αυτό ισχύει, αλλά αν στον κόσμο δείχνεις ένα συγκεκριμένο προϊόν συνεχώς, αυτό θα συνηθίσει. Εχει συμβεί να κάνουμε δουλειές που όσο θετικώς διακείμενοι κι αν είμαστε, ξέρουμε ότι δεν ήταν καλές. Αλλά η τηλεόραση είναι επιχείρηση, κινείται σε απόλυτο βαθμό από τα νούμερα. Αύριο θα κληθείς να λογοδοτήσεις για μια επιλογή σου που δεν πήγε καλά, άρα έχεις πίεση. Θυμάμαι, ένας παλαιός διευθυντής του BBC είχε πει σε μια συνέντευξή του: «Υπάρχουν δύο τρόποι να κάνεις τηλεόραση: ο ένας είναι να έχεις δημοφιλείς εκπομπές που να πηγαίνουν ένα σκαλοπάτι παραπάνω τον τηλεθεατή, ο άλλος να επενδύεις στα χαμηλότερα ένστικτά του». Προφανώς και στην Ελλάδα, ακολουθήθηκε το δεύτερο».