ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η αμαρτία και η συλλογική ενοχή

Ενα από τα σκιάχτρα, που δεν είναι ανθρώπινα ομοιώματα για να φοβίσουν τα πουλιά, αλλά ένα σύγνεφο χωρίς πανταλόνια, δηλαδή χωρίς έλλογη υπέρβαση της πραγματικότητας, ένα τέτοιο νοσηρό σύγνεφο μας καλύπτει, γέννημα μιας συγκυριακής πολιτικής απάτης και αυταπάτης, και μας ενοχοποιεί ως εθνικό σύνολο. Το εθνικό σύνολο αποθέτει τις ελπίδες του στους πλειοψηφούντες πολιτικούς σχηματισμούς κι αυτοί (αλλιώς, όσοι τους αναδεικνύουν και τους υποβάλλουν την πορεία πλεύσης) δεν προσφέρουν στους εκλογείς εφαρμόσιμες, και κυρίως κατανοήσιμες και υπεράνω κάθε καχυποψίας διαμετρικώς αντίθετες επιλογές.

Ετσι φθάσαμε στον υπερδανεισμό, ιδιωτικό και δημόσιο. Τον υπερδανεισμό άλλοι είχαν το τυφλό συμφέρον να τον επιβάλλουν: εκείνοι που μετάλλαξαν τον βιομηχανικό καπιταλισμό σε χρηματιστικό, δηλαδή την παραγωγή εμπορευμάτων μέσω εμπορευμάτων, όπως έλεγε ο Σράφα, στο φάντασμα του χρήματος που από ισοδύναμο των αξιών έγινε απαξία. Σ’ αυτό το παιχνίδι μπήκαν οι οικονομικές και πολιτικές μας ηγεσίες (δεξιές, κεντρώες και, ω της εσχάτης προσαρμογής, «σοσιαλίζουσες»). Επωφελήθηκε το εθνικό μας σύνολο, μεγάλοι και μικροί. Οι τελευταίοι, αντί να κοιτάνε την ευωχία του πλούσιου Λαζάρου, γεύτηκαν τα αποφάγια του. Οι αρχαίοι θεοί αρκούνταν στην τσίκνα των θυσιών και οι βρωτοί απολάμβαναν τη σάρκα των αμνών της θυσίας. Τώρα ενοχοποιούνται όλοι για τη συμμετοχή τους στην πρόσκαιρη ευμάρεια του υπερδανεισμού. Απαξιώνεται η εθνική συλλογικότητα και μαζί μ’ αυτά το έθνος: όχι το έθνος των δυνατών, αλλά του έθνους των αδυνάτων: φταίμε όλοι, γιατί παίζαμε με σημαδεμένη από άλλους τράπουλα: φταίει αυτό το δύσμοιρο έθνος, αυτή η τραγική συλλογικότητα που ενσωμάτωσε όλες τις μεταμορφώσεις της ιστορικότητάς του, έθνος τραγικό και όχι μόνο ρομαντικό.

Παμπάλαιη ιστορία

Σήμερα ενοχοποιείται, για να καταργηθεί: όχι γιατί στη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση συμφύονται σε μιαν οικουμενικότητα που σέβεται τις ιδιοπροσωπίες: η αντιφατική και συνενώνουσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχει περάσει στα αζήτητα και στα λησμονημένα· το ίδιο και η προλεταριακή ομοψυχία. Είμαστε όλοι ένοχοι και υπό κατάργηση, γιατί ο φτωχός Λάζαρος κάτι πήρε από τα αποφάγια του πλούσιου. Δεν είναι μια πρόσφατη, αλλά μια παμπάλαιη ιστορία.

Ας μην πάμε στα βαθιά ομηρικά νερά: θα ήταν «φονξιοναλισμός» χωρίς το συνακόλουθό του, τη δομή («στρουκτούρα» στα φραγκοχιώτικα). Οι αθάνατοι απαντούν στους θνητούς που τους κατηγοράνε ότι όλα τα κακά έρχονται από την αφεντιά τους και λένε ότι οι θνητοί έχουν το μερίδιο της δικής τους ευθύνης «υπέρ μόρον», πάνω από το πεπρωμένο τους, κι ο λόγος οι δικές τους «ατασθαλίες». Σάμπως δεν έφαγαν τα βόδια του Απόλλωνα; Σάμπως δεν επωφελήθηκαν από τον υπερδανεισμό, από τις κοινοτικές παροχές κι αντί ν’ αναστήσουν καλλιέργειες παρήγαγαν για τις χωματερές κι αγόραζαν διαμερίσματα στις πόλεις; Σάμπως δε στέρεψαν την υδροφόρο ζώνη της Θεσσαλίας και χάθηκαν τα αναβλυστικά νερά, τα μάτια, και τώρα θα πρέπει να στερέψει η Ρούμελη με την παροχέτευση του Αχελώου; Το μερίδιο κοντολογίς του μικροαπατεώνα στο φαγοπότι των μεγάλων απατημένων απατεώνων, καθώς θα ‘λεγε εκείνος ο απέθαντος Κάρολος – φτωχός που εξηγούσε τον πλούτο, το βιομηχανικό Κεφάλαιο της εποχής του, υποσημαίνοντας τις μεταλλαγές του, καθώς λένε οι ερμηνευτές του, αλλά και τα απροσδόκητα, δηλαδή την ενδεχομενικότητα του 1917.

Ολα τούτα είναι πασίγνωστα και δεν είναι της δικής μου αρμοδιότητας – αν υποτεθεί ότι έχω κάποια «αρμοδιότητα».

Συλλογική, λοιπόν, ενοχή ενός έθνους, επιχείρημα συνεπώς για την εξουθένωσή του. «Τα εφάομεν ούλα» (προσθέτω: όλοι), διάβασα κάπου ή άκουσα κάποτε ότι είχε πει ένας πολιτικός. Δεν «εφάομεν» ποτέ «ούλα» όλοι ισομερώς: η ευθύνη όμως, ακλιμάκωτη, πέφτει σε όλους και απενοχοποιούνται οι ένοχοι. Φοροφυγάδες; Ναι, μικροί και μεγάλοι. Οι μικροί μας έκαμαν όλους φοροφυγάδες, γιατί μας γλίτωναν από τον ΦΠΑ, για να γίνουν αυτοί νοικοκυραίοι. Αλλά σε συνθήκες ατελούς καπιταλισμού δεν γίνεται παρά να αναδύεται η «παραοικονομία», από την οποία επωφελούνται και οι τελέσφοροι μικροί και κατά κύριο λόγο κάποιοι άλλοι ατελέσφοροι, μικροί και τελικώς μεγάλοι. Ολοι μας, λοιπόν, ένοχοι κι ενοχοποιημένοι, συνεπώς ας αποδεχθούμε την αποδόμηση με όργανο τη διαχείριση της αποπτώχευσης, αλλιώς χρεοκοπίας από τη χρηματική λειτουργία του κεφαλαίου. Αξία ίσον εργασία, φθίνουσα απόδοση του κέρδους σε συνθήκες που η τεχνολογία υπαγορεύει την αύξηση του παγίου κεφαλαίου. Παλαιά παραμύθια. Ούτε ένας Κρότσε δεν κατάλαβε τι σημαίνει αυτό. Ας έρθω όμως στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησα, δρασκελώντας τον χρόνο. Γιατί «εάλω» η Πόλη;

Για τις αμαρτίες του κόσμου: κοινό μοτίβο στους θρήνους που γράφηκαν για την άλωση, εσωτερικευμένη ενοχή που κράτησε ώς αργά, ώς κι αυτήν την έκρηξη του 1821: ένα ενοχοποιημένο και ένοχο σύνολο, το Γένος. Υπάρχουν, βέβαια, και οι ορθολογικότερες φωνές που, μολονότι δεν αποδεσμεύονταν από το σχήμα της αμαρτίας, την εξειδίκευαν: διεργασίες, άδικη απονομή της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, για τους ανθρώπους της Αλωσης, για τους πριν και μετά απ’ αυτούς, την Ιστορία την έγραφε το χέρι του Θεού, που ίσως τη ροκάνιζε αλλά δεν την αναιρούσε η ατομική ευθύνη. Και πάλι αναθυμούμαστε τον Ομηρο, αλλά και τα όρια της Ειμαρμένης και της Ελευθερίας που τόσο σοφά ανακάλεσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης πριν τον φετιχοποιήσει η επικρατούσα πρόσληψή του.

Ενοχοποίηση, λοιπόν, που δεν μετάλλαξε ωστόσο τις κοινωνικές δομές και τα εξουσιαστικά συστήματα: κι εκείνες κι εκείνα ήταν τα εδράσματα της κατάκτησης και της διαιώνισής της με όργανο την ενοχή. Οι ενοχοποιημένοι ήταν η αιτία της κατάκτησης.

Θα έπρεπε να την αποδεχθούν, ώσπου να έρθει ο χρόνος της αποπληρωμής της αμαρτίας. Στο μεταξύ θα έπρεπε οι κατακτημένοι να διατηρήσουν τη συλλογικότητά τους, ταυτιζόμενοι με όποια από τα εξουσιαστικά συστήματα επέτρεψε η κατάκτηση να διατηρηθούν για να εδραιωθεί η ίδια· και κατά κύριο λόγο τους εκκλησιαστικούς θεσμούς που συναιρούνταν στο γενικό και γενικευτικό σχήμα της θρησκείας – με ασεβή λόγια της ιδεολογίας. Ενας δυτικόφιλος, φίλος της ένωσης των εκκλησιών, θα πει θρηνώντας την άλωση ότι η ιδεολογία του Πορθητή δεν ήταν φυλετική, αλλά θρησκευτική με στόχο την κατάκτηση: μετά την κατάκτηση της Ανατολής, η κατάκτηση της Δύσης. Κι αυτά φυσικά πριν από την πολιορκία της Βιέννης.

Οι ένοχοι, οι αμαρτωλοί, θα έπρεπε να υποστούν την κατάκτηση και να την εσωτερικεύσουν βρίσκοντας παρηγοριά στη διατήρηση των δομών που ήταν η προϋπόθεση της εδραίωσης της κατάκτησης.

Ολα τούτα δεν ήταν ευθύγραμμος και χωρίς ανασηματοδότηση μέσα στον χρόνο. Ανασηματοδότηση αλλά και η απόδοση ευθυνών σε έναν ετερόδοξο που δεν ήταν μουσουλμάνος. Κι αυτός ήταν ο Εβραίος! Στον 18ο αιώνα ένας εκκλησιαστικός κήρυκας με εκφραστικές ικανότητες αντίστοιχες μ’ εκείνες του Κοσμά του Αιτωλού, ο Νεκτάριος Τέρπος, λέει ότι ο Εβραίος συμβούλεψε τον Σουλτάνο, υποδεικνύοντάς του τον τρόπο με τον οποίο θα εξουθένωνε τους χριστιανούς ραγιάδες του: να τους γονατίσει με τη φορολογία. Κάτι παρόμοια ακούγονται και σήμερα, αλλά σε μια διαφορετική εκδοχή: φορολογική επιβάρυνση των πληθυσμών στο πλαίσιο της αποδιάρθρωσης του «κλασικού» οθωμανικού κοινωνικού σχηματισμού. Δεν είναι της στιγμής το σχόλιο γι’ αυτό το ερμηνευτικό σχήμα· λέγω μόνο ότι είναι απότοκο μιας άγνοιας, της ιστορικότητας δηλαδή των οικονομικών μηχανισμών. Ας ξανάρθουμε στον Τέρπο.

Το νόμισμα του Καίσαρα

Πώς θα πρέπει οι κατακτημένοι να αντισταθούν στη φορολογική απαίτηση; Με τη λιτότητα. Να εγκαταλείψουν την πολυτέλεια, το επιδεικτικό μοντέλο της κοινωνικής κινητικότητας· να καταργήσουν την οικονομική του προαγωγή αποδεχόμενοι την αρχή ότι το νόμισμα ανήκει στον Καίσαρα· να ταπεινωθούν και να μην κλέβουν στο ζύγι· να αποδεχθούν τους όρους της κατάκτησης για να διατηρήσουν τη θρησκευτική τους ιδιοπροσωπία. Η αποπληρωμή της αμαρτίας μετατίθεται στο οικονομικό επίπεδο. Τι θα έλεγε σήμερα ο Νεκτάριος Τέρπος, πώς θα εξέφραζε τον αντιπλουτοκρατισμό του – αν υποθέσουμε ότι θα είχε παραμείνει αμετάλλαχτος μέσα στην επαναστατική δίνη που ακολούθησε τα δικά του χρόνια; Θα έλεγε πάλι ότι το νόμισμα ανήκει στον Καίσαρα· και σήμερα ο Καίσαρας είναι οι δανειστές μας, όχι ο βίαιος κατακτητής με το «εθνικό» του και διαβαθμισμένο νόμισμα, το οποίο ευτέλισε, γιατί δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει την πραγματική του οικονομία.

Ο φιλοδυτικός και οπαδός της ένωσης των εκκλησιών θρηνητής της Πόλης έλπιζε στον Ιωάννη Παλαιολόγο: με την κατάρρευση του «ευρωπαϊκού» του σχεδίου, κατάρρευσε και η Πόλη, ήδη κατά τον θρηνητή ενσωματωμένη Δύση, η οποία θα έπρεπε να κάμει τη σταυροφορία της για να ανακτήσει το ανατολικό μέρος και προτείχισμα που της αφαιρέθηκε. Ολα όσα αποσπασματικώς ανιστόρησα ανήκουν στην πρόσληψη, που πάει μαζί με τη βίωση, της Ιστορίας: τη συγχρονική και όχι την εκ των υστέρων ιστοριογραφική ερμηνεία.

Ωστόσο, αυτή η πρόσληψη βρήκε τον αντίλογό της μέσω της ίδιας της τής λογικής: οι επαναστάτες του 1821 θα εκφράσουν ένα λόγο που θα δείχνει την αντιφατικότητα της προνοιακής ιστορίας, αναιρώντας την εκ των ένδον και μεταλλάσσοντας την αδράνειά της σε δυναμική. Αλλά γι’ αυτό θα χρειαστεί ένα επόμενο σημείωμα.

* Ο κ. Σπ. Ι. Ασδραχάς είναι ιστορικός.