ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η επιβίωση της γνησιότητας

Δ. ΚΕΧΑΪΔΗΣ

Το Τάβλι

Σκην.: Ν. Ορφανός/ Κ. Κάππας

Θέατρο: Στην Αυλή

Κοντεύουν έξι χρόνια από τον θάνατο του Κεχαΐδη και δεκαέξι από την παρουσίαση του τελευταίου έργου του, «Με δύναμη από την Κηφισιά», στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων. Πιστεύω, αν ζούσε ο Κεχαΐδης, η ελληνική δραματουργία θα είχε διαφορετική πορεία. Εστω και με δύο τρία ακόμη έργα, μια κι έγραφε αραιά, θα είχε κρατήσει κόντρα σε μιμητισμούς κι ευκολίες και θα συνέχιζε, σκάβοντας βαθιά καταστάσεις και χαρακτήρες, να επηρεάζει τους γύρω του όπως έκανε για τουλάχιστον δεκαετίες.

Είναι λοιπόν ελπιδοφόρο, πετυχημένοι ηθοποιοί του θεάτρου και της τηλεόρασης να γυρνούν στα εμβληματικά μονόπρακτα της δεκαετίας του ’70, να αναμετριούνται με αντιπροσωπευτικά πρόσωπα της πινακοθήκης του συγγραφέα, πρόσωπα της μικροαστικής, μετα-αγροτικής Ελλάδας -πριν από τη Μεταπολίτευση- και να βρίσκουν όλα τα κλειδιά στη θέση τους! Κλειδιά για πόρτες και καταπακτές ενός αποκαλυπτικού θεάτρου-δωματίου. Ακόμα καλύτερα: θεάτρου-αυλής. Μικροαστικής αυλής, σε οικογενειακό(!) σπίτι, στου Ψυρρή.

Είναι ελπιδοφόρο ηθοποιοί σαν τον Νίκο Ορφανό και τον Κωνσταντίνο Κάππα να δημιουργούν, να διδάσκουν και να διδάσκονται μέσα από τη ζώσα λεπτομέρεια αυτών των χαρακτήρων. Ακόμη πιο ελπιδοφόρα είναι η επιτυχία τους στο κοινό της Αθήνας αλλά και της θερινής περιοδείας τους σε καφενεία και σχολεία της επαρχίας.

Το «Τάβλι» παρουσιάστηκε στο Θέατρο Τέχνης το 1972. Οταν αυτός ο εφιάλτης σήψης, κράτους και κοινωνίας, ήταν ακόμη στη σύλληψή του. Κι όταν ένας Φώντας (κομπιναδόρος, αδίστακτος αλλά και αφελής – γι’ αυτό και αιωνίως αποτυχημένος) μπορούσε να παρασύρει έναν Κόλια (μεροκαματιάρη λαχειοπώλη, ήρωα της Αντίστασης, με όνειρο να γράψει βιβλίο για τη ζωή του όπου τον βοηθά γριά Κολωνακιώτισσα) στα πλέον απίθανα -τότε- τερατώδη, πανούργα αλλά και αφελή πλάνα για να ζήσουν επιτέλους τα… κλέη μύθων και προγόνων. Γαμπρός και κουνιάδος στην ίδια «εταιρεία» με την ακούσια βοήθεια της αδελφής και γυναίκας αντίστοιχα, της άφαντης αλλά συνεχώς παρούσας Καλλιόπης, υποχείριου του αδελφού της, Φώντα. Την έχει με δόλο πείσει να πάει στο σπίτι ενός τσιφλικά που την καλοβλέπει, δήθεν ως καμαριέρα (εδώ έπεσε γέλιο), αφού ο στόχος είναι να του αποσπάσει τα απαιτούμενα χρήματα για τη μεγάλη μπίζνα. Να ναυλώσουν δηλαδή πλοίο, να πάνε στη λιμοκτονούσα Μπιάφρα, να το γεμίσουν πεινασμένους νέγρους, τους οποίους μετά θα διοχετεύουν σ’ όλη την Ελλάδα ως αγροτικά χέρια. Το δύσκολο είναι να πεισθεί ο μοιρολάτρης, ολιγαρκής (καφεδάκι – τάβλι – μεροδούλι – μεροφάι) κι ερωτευμένος με τη γυναίκα του Κόλιας, ερήμην του οποίου έχει μπει το σχέδιο στη πρώτη του φάση. Φώντα και Κόλια τους συναντάμε στην αυλίτσα του σπιτιού όπου συγκατοικούν, να παίζουν -τι άλλο;- τάβλι. Ανάμεσα σε ζαριές κι ελιγμούς, προσπαθεί ο πρώτος να σερβίρει το άγνωστο ακόμα στον δεύτερο σχέδιο και ιδίως τη τρέχουσα ήδη φάση του στο πλουσιόσπιτο του Παλαιού Φαλήρου.

Το κείμενο σφύζει από τερατώδη ενέργεια, τολμηρή, βέβηλη σάτιρα, συνεχείς ανατροπές, αποκαλύψεις και ξαφνιάσματα. Δράση και βράση έσω και εξωτερική, συνεχείς συμπλοκές -ακόμα και σωματικές- υστερικά και κωμικά ξεσπάσματα, εκβιασμοί και συμφιλιώσεις, παλινδρομήσεις, ένα σασπένς διαρκείας που σε καθηλώνει στο αδιαχώρητο της μικροαστικής αυλής και των συνειρμών που ξεπηδούν. Καταστάσεις σπουδαγμένες και δοσμένες μαστορικά, με γνώση βαθιά, συμπόνια και ευθύτητα.

Οι δύο σκηνοθέτες-ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν πιστά αλλά έξοχα, τονίζοντας τις ιδιαιτερότητες των ρόλων, στις απαιτήσεις του έργου. Εκμεταλλεύθηκαν εξαιρετικά τον χώρο (Σοφία Παντουβάκη), ακόμη και την παρουσία μιας γάτας, απόλυτα εξοικειωμένης με κοινό και «σκηνή», κούρδισαν ρυθμούς, παύσεις, εκρήξεις και χάρισαν στο στριμωγμένο κοινό σπάνια τέρψη και πικρόγλυκη αυτογνωσία.

Στα γενικά σχόλια, αν η «εταιρεία» Φώντα-Κόλια είχε μετεξελιχθεί σήμερα σε offshore δουλεμπορικών συμφερόντων, αν οι δυο τους προηγουμένως είχαν μαδήσει επιδοτήσεις, θέσεις, συντάξεις, εταιρείες-μαϊμού και αν σήμερα παρακαλούσαν επιστροφή στη δραχμή για να ζουν με 3 εισαγόμενα ευρώ τον μήνα και ν’ αγοράζουν φιλέτα Ελλάδας με πενταροδεκάρες, θα απαντούσα με λόγια του ίδιου του Κεχαΐδη: «Η σιγουριά δεν μου μυρίζει τέχνη, η ζωή και η αλήθεια είναι πολύ θολά νερά… Το γύρισμα στους απλούς καιρούς σού φρεσκάρει την αφέλεια – και η αφέλεια πιστεύω είναι από τα πιο σημαντικά στοιχεία των έργων τέχνης, που μαζί με την ωρίμαση σ’ εμποδίζει να πέσεις σε μια συνεχιζόμενη σκληρότητα…». Αυτή η αφέλεια, του Κόλια ιδίως αλλά και εν μέρει του Φώντα, θέλω να πιστεύω πως τους έσωσε από σκληρές μεταλλάξεις. Αφησε τον έναν με τις ονειροπόλες, αποτυχημένες μικροκομπίνες του, τον άλλο με τ’ αντιστασιακά του ή άλλα κατορθώματα σε αέναη, ενδοοικογενειακή και καφενειακή διήγηση, και τους δύο, σπάνιους αλλά υπαρκτούς τροφοδότες των πιο συμπαθητικών, γραφικών κουσουριών, που συναντάμε ακόμη. Και όχι μόνο στα φτωχικά απόκληρων Νεοελλήνων.