ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα μουσεία του μέλλοντός μας

Πώς να βγουν τα μουσεία έξω από τους τοίχους του… μουσείου, «πώς θα ρίξουν τους τοίχους που τα κρατούν κλειστά» ήταν το θέμα που απασχόλησε, επί δύο μέρες, την περασμένη Τρίτη και Τετάρτη στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, μουσειολόγους, πανεπιστημιακούς, ερευνητές, ειδικούς στη σύγχρονη μουσειολογία αλλά και στις νέες τεχνολογίες. Πώς, με λίγα λόγια, τα μουσειακά αντικείμενα θα βρουν τρόπους να «περπατήσουν» στην πόλη, να «ανακατευτούν» με τους πολίτες αλλά και τους τουρίστες των μεγάλων μουσείων, πώς τα έργα τού χθες θα «στείλουν» το μήνυμά τους στους πολίτες του σήμερα; Και πώς μπορούν σε όλα αυτά να βοηθήσουν οι νέες τεχνολογίες και τα social media; Ολα αυτά τα άγνωστα στους πολλούς, αλλά εξαιρετικά ενδιαφέροντα ακούστηκαν στη διημερίδα, που συνδιοργανώθηκε από το Μουσείο Μπενάκη και την Πρεσβεία των ΗΠΑ με τίτλο «Δικτυωμένο Μουσείο – Νέα μέσα και καινοτόμες ιδέες για τη διεύρυνση κοινού σε μουσεία και πολιτιστικούς φορείς». Μαζί με μερικές πικρές διαπιστώσεις που αφορούν την ελληνική πραγματικότητα των μουσείων. Η πρώτη ήταν φανερή σε όσους παραβρέθηκαν (τουλάχιστον στη διάρκεια της πρώτης μέρας): οι εκπρόσωποι των ελληνικών μουσείων, εκτός από το Μουσείο Ακροπόλεως, το Μουσείο Κυκλαδικής και στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, δεν έφτασαν μέχρι το νούμερο 138 της οδού Πειραιώς. Μετέφερε όμως στη διημερίδα την εμπειρία του ο εκπρόσωπος ενός μικρού μουσείου της περιφέρειας: του Μουσείου Καζαντζάκη.

Εν μέσω κρίσης

Με ποιον τρόπο λοιπόν οι κινητές μηχανές ξενάγησης, οι διαδικτυακοί τόποι και τα social media θα μπουν στην υπηρεσία των μουσείων και, το κυριότερο, θα φέρουν σε επαφή με τα εκθέματά τους ακόμα μεγαλύτερο κοινό; Κι αν τα ξένα μουσεία βασίζονται όλο και περισσότερο στη χρήση των νέων τεχνολογιών, κατακτώντας ευρύτερο κοινό και αξιοποιώντας περισσότερο την πολιτιστική κληρονομιά που διαθέτουν, τι συμβαίνει στην Ελλάδα; Είναι το μουσείο μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι στην Ελλάδα; Ολη αυτή η συζήτηση πώς αφορά τα κλασικά ελληνικά μουσεία; Και είναι δυνατόν εν μέσω κρίσης να αναδιοργανωθεί η λειτουργία των ελληνικών μουσείων;

Οι ειδικοί είχαν πολλά παραδείγματα και πολλές ολοκληρωμένες ερευνητικές δουλειές να παρουσιάσουν, αποδεικνύοντας με πρωτότυπες ιδέες με ποιους τρόπους (μέσω των νέων τεχνολογιών) μπορεί το μουσείο να συνδεθεί με το περιβάλλον, την πόλη που βρίσκεται, τη χώρα και το κοινωνικό σύνολο. Κι αν μέχρι τώρα στα ελληνικά μουσεία οι πληροφορίες μας προέρχονται μόνο από τις ταμπελίτσες που συνοδεύουν το κάθε έκθεμα, υπάρχουν πολλοί τρόποι, πολλές κινητές συσκευές που διευρύνουν εντυπωσιακά αυτές τις πληροφορίες και δίνουν τη δυνατότητα στον κάθε επισκέπτη να αναζητήσει πράγματα που τον ενδιαφέρουν, κι ίσως μετά να ανταλλάξει απόψεις με άλλους επισκέπτες και να δημιουργήσει έτσι πολλές και διαφορετικές προσωπικές εντυπώσεις και αφηγήσεις από τον ίδιο χώρο.

Χωρίς στόχο

Είναι δυνατόν στην Ελλάδα της κρίσης, στην Ελλάδα που τα μουσεία αγωνίζονται να λειτουργήσουν στοιχειωδώς, στην Ελλάδα που κυρίως βασίζεται στον τουρισμό όμως, να αναπτυχθούν νέες προοπτικές στα μουσεία; Πολλοί είπαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει η ωριμότητα της χρήσης νέων τεχνολογιών. Αλλοι αναφέρθηκαν στην αποσπασματικότητα των στόχων, σε προσπάθειες που διαρκούν όσο διαρκεί η χρηματοδότησή τους. «Δεν μας λείπει η γνώση σ’ αυτή τη χώρα. Μας λείπει η στρατηγική για το πώς μια προσπάθεια μπορεί να λειτουργήσει στα μουσεία με διάρκεια. Η τεχνολογία που χρηματοδοτήθηκε και αναπτύχθηκε είναι ανενεργή. Είτε γιατί δεν υπάρχουν χρήματα, είτε γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται, είτε γιατί ο νυν υπεύθυνος δεν ξέρει να την εμπλουτίσει με νέες πληροφορίες». Κι άλλοι μετέφεραν από το εξωτερικό την εμπειρία του εθελοντισμού: «Τα μουσεία μπορούν να αναδιοργανωθούν, να κάνουν πιο έξυπνη δουλειά, να είναι λιγότερο αυθεντίες, να είναι πιο δημιουργικά με το κοινό αξιοποιώντας προγράμματα εθελοντισμού, σε μια χώρα με τόση μορφωμένη ανεργία. Ο εθελοντισμός είναι εργαλείο σε καιρούς κρίσης». Και όλοι συμφώνησαν ότι «το μουσείο είναι χώρος διαφύλαξης, πολιτισμού και εκπαίδευσης. Αρα θα πρέπει να επικοινωνεί με το κοινό του. Να είναι ένα ευχάριστο σχολείο που να απευθύνεται σε όλους».

Καινοτόμες ιδέες

Κι επειδή στη γνώση και στην ερευνητική δουλειά δεν υστερούμε σ’ αυτή τη χώρα, η αισιόδοξη όψη -τουλάχιστον της πρώτης μέρας- ήταν η παρουσίαση μερικών καινοτόμων όσο και ευφάνταστων προγραμμάτων που έχουν ήδη υλοποιηθεί, έστω και πιλοτικά. Ετσι η Ερευνητική Ομάδα Αλληλεπίδρασης Ανθρώπου-Υπολογιστού με επικεφαλής τον καθηγητή Νικόλαο Αβούρη, έδειξε ένα πρόγραμμα που πραγματοποιήθηκε με μικρούς μαθητές στο Μουσείο Σολωμού, στη Ζάκυνθο. Τίτλος του, MuseumScrabble, και οι χρήστες του αντιμετώπιζαν τα εκθέματα του μουσείου σαν ένα παιχνίδι. Εντυπωσιακά και τα προγράμματα που έφτιαξαν ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημ. Χαρίτος, με την ερευνήτρια Δάφνη Δραγώνα, δείχνοντας πώς ένα έργο μπορεί να είναι φυσικό όσο και ψηφιακό, και μέσω της τεχνολογίας, εντέλεια να είναι μέρος της πόλης. «Η τεχνολογία μπορεί να είναι ευφάνταστη, η εμπειρία όσο και οι αριθμοί είναι ενθαρρυντικοί», είπαν.