ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Δεν έκανα ποτέ έγκλημα εκ προμελέτης»

«Φυσικά και ξέρω τα τραγούδια της Αρλέτας», μου λέει η 17χρονη κόρη μου ξαφνιασμένη. Το ίδιο και η παρέα της, που με κοιτάζει σαν εξωγήινη. Οι επιτυχίες της τραγουδοποιού συναντήθηκαν και με αυτή τη γενιά χάρη στα ρεμίξ, αλλά αυτό ήταν μόνο η αφορμή. Στο Ιντερνετ καθρεφτίζεται όλη η αγάπη των σημερινών 20ρηδων απέναντι σε αυτήν την ιδιαίτερη δημιουργό. «Με αγαπούν επειδή μιλάω για όσα έχω αισθανθεί», μου λέει από κοντά. Ούτε μεγάλες κουβέντες ούτε τα στερεότυπα σχόλια «περί αλήθειας» που συνηθίζουν πολλοί συνάδελφοί της.

Ακόμη και ο περιπτεράς στην πλατεία Κυψέλης μου έδειξε με καμάρι που θα συναντήσω την Αρλέτα ή Νικολέτα Τσάπρα, όπως γράφει το κουδούνι. Κι εκεί πια, δίπλα σε ένα σχολείο με χαρούμενα ξάστερα πρόσωπα, είναι η νέα της γειτονιά μετά τα χρόνια προσήλωσης στο «χωριό της» τα Εξάρχεια κι ας δηλώνει περήφανα Ρουμελιώτισσα.

Λίγη ώρα αργότερα, μας μιλάει για τον ήλιο που μπαίνει από τα παράθυρα και το βουνό αριστερά της, σαν να ήταν εικόνες απαγορευμένες ώς τώρα. Κάθεται σαν ακίνητη θεά μέσα στο φωτεινό τιρκουάζ φόρεμα που καλύπτει τα πόδια της και μοιάζει να τα «μαλώνει» με αγάπη όταν μου λέει ότι δεν μπορεί να περπατήσει άνετα και θα χρειαστεί να κάνει εγχείρηση.

Νέα ζωή

Δεν επιδιώκει συγκινήσεις και αμηχανίες. Είναι αυστηρή με τον εαυτό της, καυστική και σαρκαστική. Δεν τον αφήνει σε χλωρό κλαρί. Με αυτό το λεπτό έξυπνο χιούμορ -που η αλήθεια είναι ότι δεν περισσεύει σε πολλούς- η Αρλέτα μας υποδέχεται στη νέα της ζωή. «Είμαι ειδική στο να χαλάω σπίτια. Ομως, για πρώτη φορά στη ζωή μου ζω σε ένα σπίτι τακτοποιημένο. Μικρή ήμουν πολύ τακτική. Ακόμη και τώρα είναι τα μόνα που τακτοποιώ: τα άγραφτα χαρτιά και τα σχέδιά μου».

Αφορμή της συνέντευξης είναι η επετειακή συναυλία της (5/10) στο Ηρώδειο, όπου θα γιορτάσει τα 45 της χρόνια στο τραγούδι σαν μια εκδρομή, με καλεσμένους συνταξιδιώτες τους: Νένα Βενετσάνου, Μανώλη Μητσιά, Λάκη Παπαδόπουλο, Διονύση Σαββόπουλο, Πετρολούκα Χαλκιά.

– Γιατί μία μόνο συναυλία;

– Προσπαθώ να μην κουράζομαι. Δεν ξέρω πού φτάνουν οι αντοχές, γνωρίζω πάντως ότι δεν πάνε πολύ μακριά.

– Φοβάστε μετά την περιπέτεια που περάσατε με την υγεία σας;

– Τότε δεν φοβήθηκα γιατί ήμουν αναίσθητη. Ο φόβος ήρθε μετά. Εκτοτε έμαθα να πιστεύω στα θαύματα.

– Αναθεωρήσατε πράγματα;

– Εκανα πολλές αναθεωρήσεις στη ζωή μου. Δέκα χρόνια εγώ άρρωστη, άλλα δέκα είχα τον πατέρα μου και τη μητέρα μου, είκοσι σύνολο, ήρθε κι έδεσε. Αρχισα να αρρωσταίνω σοβαρά από 25 χρόνων. Κακό γονίδιο, αλλά πολύ γερός οργανισμός, αποφάνθηκαν την τελευταία φορά οι γιατροί. Πάντως, είμαι προπονημένη, αλίμονο από εκείνους που δεν γνωρίζουν.

– Με τη δισκογραφία δεν φαίνεται να τα πάτε πολύ καλά. Ολο και αραιώνουν οι δίσκοι σας.

– Εχω κάνει μια καλή δισκογραφία, live δεν έχω πολλά. Τώρα άρχισαν να μου αρέσουν. Δεν έχω απαιτήσεις πολλών πραγμάτων, αλλά έχω απαίτηση ενός καλού χώρου, καλών μουσικών και καλού ήχου. Δίσκο νομίζω ότι δεν πρόκειται να ξανακάνω. Κι αν κάνω, ίσως τον βγάλω στο Διαδίκτυο. Δισκογραφία έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει. Στη ζωή μου έβγαλα πολλές επιτυχίες και τρία σουξέ. Δηλαδή, τραγούδια που έγιναν αμέσως γνωστά στον κόσμο. Το «Μια φορά θυμάμαι», δεύτερο και χειρότερο απ’ όλα η «Σερενάτα» και τρίτο το «Μπαρ το ναυάγιο». Το καθένα απ’ αυτά ήταν σε δίσκους που είχαν καταπληκτικά τραγούδια. Ελάχιστα απ’ αυτά έγιναν γνωστά. Το σουξέ τα καπέλωσε όλα.

– Οι περισσότεροι συνάδελφοί σας ονειρεύονται το σουξέ.

– Εγώ δεν έκανα ποτέ έγκλημα εκ προμελέτης. Δεν επεδίωξα κανένα σουξέ. Δεν θέλω να μιλάω για δισκογραφικές εταιρείες, γιατί ξεκίνησα από μία που είχε έναν καταπληκτικό διευθυντή, τον Αλέκο Πατσιφά. Ηταν ό, τι καλύτερο βγήκε στην ελληνική δισκογραφία. Οπως και ο Τάκης Λαμπρόπουλος. Ευρηματικοί, τολμηροί, γι’ αυτό ξεχώρισαν. Ποιος θα έβγαζε στη δεκαετία του ’60 τον Σαββόπουλο ή εμένα; Ενα κορίτσι που δεν τηρούσε καμία από τις προδιαγραφές της εποχής: ούτε λαμέ φορούσα ούτε χόρευα ούτε τραγουδούσα σουξεδάκια.

– Ησαστε ένα ωραίο, μυστήριο κορίτσι.

– Σιγά τ’ αυγά. Επαιζα μια κιθάρα με το κεφάλι κάτω και δεν έβλεπε κανείς τίποτε παρά μόνον τη φράντζα μου. Συστολή και άγνοια. Στο τραγούδι, άλλωστε, βγήκα τυχαία και έμεινα κατά λάθος και από αφηρημάδα. Δεν το λέω αστεία. Είχα μπει στη Σχολή Καλών Τεχνών και ένιωσα ότι κατέκτησα την κορυφή του κόσμου επειδή ήταν πολύ δύσκολο. Σε μια εκδρομή, έπεσα πάνω στον Γιώργο Παπαστεφάνου. Την ευθύνη για το έγκλημα την έχει αυτός.

Από ζήλια

– Κάτι σας γοήτευσε όμως και μείνατε.

– Ο δημιουργικός και ευχάριστος τζερτζελές στο στούντιο. Μέχρι την τελευταία στιγμή άλλαζαν στίχοι, μουσικές, τα πάντα. Αρχισα να ζηλεύω. Από ζήλια έγραψα και το πρώτο μου τραγούδι: «Τα μικρά παιδιά». Ως τότε δεν είχα γράψει στιχάκι. Ούτε ως έφηβη.

– Από τη Σχολή Καλών Τεχνών με δασκάλους όπως ο Μόραλης, στο τραγούδι. Πώς το δέχθηκαν οι γονείς;

– Ο πατέρας μου δεν έφερε καμία αντίρρηση. Ηταν γιατρός με εξαιρετική φωνή. Απ’ αυτόν έμαθα να τραγουδάω τόσο καλά. Δύσκολα τραγούδια και α καπέλα. Ημαστε τρίο με την αδερφή μου κι εκείνον. Η πιο αδύναμη φωνή ήταν η δική μου. Μεγαλώσαμε ακούγοντας δημοτικά και οπερέτες. Η μητέρα από την Λιβαδειά και ο πατέρας από τον Ορχομενό.

– Δηλώνετε, πάντως, λάτρης του κέντρου.

– Μεγάλωσα εκεί που ερχόταν όλη η Ελλάδα, στην Αγίου Κωνσταντίνου,. Υστερα μετακόμισα στο προάστιο των Εξαρχείων. Στη Δεληγιάννη και Τσαμαδού πέρασα όλη μου τη ζωή. Μου έλειπε, όμως, το φως. Οταν έχτισα το σπίτι μου μπροστά είχε ένα χώρο που προοριζόταν για πλατεία, αλλά στη χούντα σήκωσαν πενταώροφη πολυκατοικία. Ηταν σαν να ζούσα σε ένα πηγάδι, αλλά τα Εξάρχεια για μένα παραμένουν η πιο ωραία συνοικία της Αθήνας. Εχω γράψει τραγούδια γι’ αυτά και γενικά για τους απάτριδες του κέντρου.

Βάσει σχεδίου υποβάθμισαν περιοχές της Αθήνας και τις μοσχοπούλησαν

– Πώς νιώθετε με όσα συμβαίνουν στις «δύσκολες» γειτονιές;

– Εξοργισμένη. Είναι σαν να σου λένε φύγε. Νομίζω ότι υπάρχει σχέδιο, όπως συνέβη και σε άλλες περιοχές της Αθήνας, που τις υποβάθμισαν και τις μοσχοπούλησαν. Ελπίζω να υπάρξει αντίδραση από τους κατοίκους της περιοχής και όχι από τους παρεπιδημούντες, που έρχονται και κλείνουν το κέντρο γιατί έτσι συνηθίζεται.

– Τι χάσατε και τι κερδίσατε αυτά τα 45 χρόνια στο τραγούδι;

– Την υγεία μου. Αυτή η δουλειά έχει πολύ στρες. Εγώ ήμουν μοναχική. Σκεφτείτε τι αντιμετώπισα. Μόνη απέναντι στο κοινό! Τώρα τα καταφέρνω καλύτερα. Μου πήρε 20 χρόνια.

– Ντροπαλή;

– Αγοραφοβική. Οταν ανέβαινα να τραγουδήσω, έτρεμαν τα χέρια μου ίδρωναν και άκουγα τα πάντα και τα παρερμήνευα όλα. Αισθανόμουν παράλογα. Μπορούσα να διακόψω παράσταση, να κάνω παρατήρηση. Δεν μπορούσα να καταλάβω αφού περίμεναν δυο ώρες να μπουν μέσα, γιατί μιλούσαν την ώρα της παράστασης. Πώς να ακουστούν τα τραγούδια μου, είναι που είναι χαμηλόφωνα. Τώρα είμαι πιο ανεκτική.

– Ισχύει ότι γλυκαίνουμε όταν μεγαλώνουμε;

– Σταμάτησα να γκρινιάζω και να ενοχλούμαι όταν άκουσα να λένε πως έσπασα μια κιθάρα στο κεφάλι κάποιου. Δεν θα το έκανα ποτέ, γιατί σέβομαι την κιθάρα. Δεν γλυκαίνω με το πέρασμα του χρόνου. Εξοργίζομαι, αλλά για άλλους λόγους πια. Για τον τόπο μου, που δεν τον σεβόμαστε καθόλου. Ας πάρουμε την Αθήνα: όλοι την βρίζουν, αλλά η Αθήνα έσωσε την Ελλάδα. Ας την αφήσουμε στην ησυχία της.

«Να μας πληρώσουν τα κλεμμένα»

Στην Αρλέτα δεν αρέσει να εκφράζει πολιτικό λόγο. Οχι ότι δεν έχει άποψη, με το παραπάνω. Η αλήθεια είναι ότι θυμώνει με όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, με όσα μας αφορούν, για το εκρηκτικό μείγμα της κρίσης χρέους. «Αναρωτηθήκατε γιατί δεν μας πληρώνουν τα κλεμμένα;» με ρωτάει και είναι η πρώτη στιγμή που τη βλέπω θυμωμένη. «Αναφέρομαι τόσο στους αρχαιολογικούς θησαυρούς όσο και στην πνευματική ιδιοκτησία. Εμείς όταν πάμε στο σπίτι τους πληρώνουμε για να δούμε αυτό που ήταν δικό μας. Τα περισσότερα κλεμμένα τα έχουν οι Γερμανοί και οι Αγγλοι στα μουσεία τους. Αφού τα είδαν και τα αντιμετώπισαν ως εμπόρευμα να τα δούμε κι εμείς έτσι. Να μας πληρώσουν τα κλεμμένα, το εμπόρευμα.

Τη βασανίζει το «γιατί;». «Ολη η δομή του κράτους βασίζεται σε σχέσεις ανταλλαγής». Τη ρωτάω για τους μετανάστες της γειτονιάς. Τα παιδιά τους, τα ακούει άλλωστε από το διπλανό σχολείο και θυμώνει «που τους δημιουργούμε συμπλέγματα μίσους». «Ορισμένα μιλούν καλύτερα ελληνικά από μας. Οι Βορειοευρωπαίοι κατάφεραν να ενσωματώσουν τους μετανάστες τους, εμείς γιατί δεν μπορούμε;».

Διαφωνεί με το κίνημα των «δεν πληρώνω», «με αυτούς που κλείνουν το κέντρο για ψύλλου πήδημα», για όσα συμβαίνουν, για εκείνους που σκοτώθηκαν στην τράπεζα και σιωπούμε: «Γιατί, πλουτοκράτες ήταν;», για τα συμπλέγματα. Πάνω απ’ όλα για «την κατάντια της Παιδείας και την απαξίωση της γλώσσας. Από εκεί ξεκινούν όλα». Γλυκαίνει όταν η συζήτηση αλλάζει. Μιλάει για τη γιαγιά και τον παππού της και τον έρωτα που τους καθόρισε ώς το τέλος της ζωής τους. Δείχνει τις φωτογραφίες στον τοίχο απέναντι, όπως και των γονιών. «Το σόι της μαμάς ήταν από «τζάκι», του πατέρα αγροτικό». Ολοι απόντες αλλά και παρόντες μέσα από ιστορίες και αντικείμενα σε κάθε γωνιά. Τα φαλακρά κουκλάκια που επιθεωρούν τον χώρο στο απέναντι καλόγουστο έπιπλο είναι συνήθεια της τελευταίας δεκαετίας. «Τα μάζεψα όλα από το Μοναστηράκι. Μου αρέσουν έτσι γυμνά και φαλακρά».

Περί θανάτου

– Φοβάστε τον θάνατο;

– Των φίλων φοβάμαι και εκείνοι για τον δικό μου. Εχω όμως πολλά χρωστούμενα, ίσως γι’ αυτό ζω ακόμη.

– Εχετε καινούργια τραγούδια;

– Οσο περνάνε τα χρόνια, δύσκολα τα τελειώνω. Γενικά παιδεύω τα τραγούδια μου. Εχω κάποια που τα γράφω 10 χρόνια. Μου παίρνει καιρό. Οι δίσκοι, καλή μου, μένουν.

– Τα βράδια σας πώς περνούν;

– Βλέπω τηλεόραση, ασχολούμαι λίγο με το Ιντερνετ (κάνω και μαθήματα), διαβάζω βιβλία, ζωγραφίζω και παίζω λίγο κιθάρα. Δεν έχω πρόβλημα, περνάω καλά με μένα. Ερχονται πολλοί φίλοι, γεμίζει το σπίτι από καφέδες και είδη τσαγιού.

– Εχετε κάποιο όνειρο που δεν πραγματοποιήσατε ακόμη;

– Εχω ένα που θέλει πολύ κόπο. Να καταφέρω να αδυνατίσω. Οχι για να είμαι κομψή, αλλά για να μπορέσω να περπατήσω.