ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Στην Αλβανία όλα είναι σε μια έκρηξη»

Με μια παραγωγή που μοιράζεται ανάμεσα στην Αλβανία και την Ελλάδα, έναν Αλβανό σκηνοθέτη και ηθοποιούς και κυρίως ελληνικό συνεργείο, είναι δύσκολο να δώσει κανείς εθνικότητα και ταυτότητα στην «Αμνηστία». Ομως για τον Μπουγιάρ Αλιμάνι οι ταυτότητες δεν είναι τόσο σημαντικές. Ο 42χρονος σκηνοθέτης που μεγάλωσε στην Αλβανία, σπούδασε ζωγραφική και θέατρο και πριν από περίπου είκοσι χρόνια ήρθε στην Ελλάδα, κινείται με την ίδια άνεση και στην πατρίδα που μεγάλωσε και στη χώρα που επέλεξε να ζει. Η «Αμνηστία», η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία που ήδη προβάλλεται, έχει μια ιστορία που διαδραματίζεται στην Αλβανία, που προσπαθεί να βρει ένα δρόμο προς τη διαχείριση της ελευθερίας.

Η Ελσα είναι απολυμένη μητέρα δύο παιδιών. Ο άντρας της είναι στη φυλακή. Τον επισκέπτεται κάθε μήνα για «συζυγική επίσκεψη». Εκεί θα γνωρίσει έναν άντρα που κι αυτός επισκέπτεται τη φυλακισμένη γυναίκα του και οι δυο τους θα έρθουν κοντά, όχι όμως χωρίς συνέπειες. Η «Αμνηστία» προβλήθηκε στην περασμένη Μπερλινάλε με ιδιαίτερα θετικές κριτικές, καθώς είναι μία από τις πρώτες αλβανικές ταινίες που ακολουθούν μια πιο σύγχρονη κινηματογραφική φόρμα. Το ίδιο συνέβη και στην Αλβανία, κυρίως στην υποδοχή από το νέο κοινό. «Ηξερα ότι οι νέοι θα αγκάλιαζαν την ταινία, το ίδιο και οι νέοι κινηματογραφιστές, που είδαν μια διαφορετική φόρμα», λέει ο Μπουγιάρ Αλιμάνι. «Την αγκάλιασαν και επειδή δεν ασχολήθηκα με δύο τυπικά θέματα για την Αλβανία τα τελευταία είκοσι χρόνια: τον κομμουνισμό και τη μετανάστευση. Αυτά τα θέματα δεν υπάρχουν στην ταινία και πιστεύω ότι δεν θα υπάρξουν και στη συνέχεια, στις επόμενες δουλειές μου».

Μεταβατική φάση

– Γιατί θελήσατε να τα αποφύγετε, να μην τα αγγίξετε;

– Είναι δύο θέματα που και μόνο που τα ακούει πια κανείς, βαριέται. Τι να έκανα δηλαδή, μια ταινία για την κομμουνιστική περίοδο, τον κακό κομισάριο και τον γραμματέα του κόμματος και τους καλούς που ήθελαν να αντιδράσουν και δεν μπορούσαν; Είναι λίγο συνθήματα πια αυτά και μάλιστα χωρίς βάθος. Επειδή η χώρα μου βρίσκεται σε μια καμπή, σε μια μεταβατική φάση, είναι κάτι που προκαλεί αντιθέσεις και συγκρούσεις. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον να βρεις ιστορίες μέσα από την αλλαγή. Οι άνθρωποι μέσα στην αλλαγή βγάζουν πολλά από μέσα τους.

– Πώς καταλήξατε σε αυτή την ιστορία;

– Από την είδηση ότι η Αλβανία, για να συμμορφωθεί με τους όρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, άνοιξε ειδικά κελιά στις φυλακές, κυρίως των Τιράνων, ώστε να έχουν σεξουαλική επαφή οι κρατούμενοι με τους συζύγους τους. Ηταν κάτι τελείως διαφορετικό. Μια ιστορία που λειτουργούσε στο κλίμα της χώρας και δεν είχε να κάνει καθόλου με τη μετανάστευση. Οι χαρακτήρες μου ζούνε εκεί, δεν φεύγουν έξω από τη χώρα και κανείς δεν λέει ότι θέλει να φύγει. Ζουν τη ζωή τους εκεί με τα λίγα. Τις προάλλες είδα ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που είχε βγει βόλτα και έτρωγε παγωτό και σκεφτόμουν τι μπορεί να έχουν στερηθεί για να το απολαύσουν. Στην Αλβανία οι συντάξεις είναι γύρω στα 60-70 ευρώ. Οι φιγούρες αυτές με πάνε αυτομάτως σε μια ιστορία. Βλέπω ένα πρόσωπο και σκέφτομαι την ιστορία πίσω από αυτό. Η ιστορία με τη φυλακή βγήκε επειδή ταξιδεύοντας συχνά με ταξί-βαν, έβλεπα πολλές φορές ανθρώπους που κρατούσαν λίγα πράγματα σε μια τσάντα και καταλάβαινες ότι πηγαίνουν στη φυλακή για επίσκεψη. Φαινόταν ότι δεν ταξιδεύουν γιατί δεν κρατούσαν πολλά και ήταν λίγο απόμακροι. Βλέποντας αυτό τον κόσμο και διαβάζοντας την είδηση, σκέφτηκα ότι μπορεί να στηθεί μια ιστορία.

– Υπάρχουν δύο στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη σχέση των ζευγαριών. Δεν βλέπουμε ποτέ τα πρόσωπα εκείνων που είναι στη φυλακή και τα παντρεμένα ζευγάρια επικοινωνούν μόνο μέσα από το σεξ, χωρίς να λένε ούτε μια λέξη.

– Η επαφή τους είναι σχεδόν βιασμός. Ενα καθήκον. Για την Ελσα όμως είναι και μια ευκαιρία να δραπετεύσει από την καθημερινότητα. Γι’ αυτό και όταν τελειώνει την επίσκεψη δεν φεύγει αμέσως. Περιμένει για λίγο μέχρι να γυρίσει πίσω στις υποχρεώσεις, στα παιδιά. Στη χώρα μου υπάρχει ακόμη πολύ έντονο το αίσθημα της υποχρέωσης και της ηθικής, γι’ αυτό και υπάρχει και ο χαρακτήρας του αυστηρού παππού, που επιμένει στην ηθική.

– Δεν συγχωρείται στους ήρωες της ταινίας μια κίνηση ελευθερίας πέρα από τα συνηθισμένα.

– Είναι όπως αυτό που έλεγε ο Τολστόι, ότι δεν έριξε αυτός την Αννα Καρένινα στις ράγες του τρένου. Επεσε από μόνη της. Είναι αναπόφευκτο αυτό το φινάλε. Πρόσφατα άκουσα ότι στο Πόγραδετς, την ίδια πόλη που κάναμε τα γυρίσματα, ένας πεθερός σκότωσε τη νύφη του για λόγους τιμής. Δεν είναι κάτι που σε κάνει να χαίρεσαι όταν το ακούς, επιβεβαιώνει όμως αυτό που έχεις κάνει και έχεις επιλέξει να δείξεις. Είναι ακόμη σκληρά τα πράγματα.

– Είστε αρκετά χρόνια, περίπου είκοσι, στην Ελλάδα. Πώς και δεν κάνατε την πρώτη σας μεγάλου μήκους ταινία εδώ και επιλέξατε να γυρίσετε στην πατρίδα σας;

– Δεν μετράω ποτέ έτσι τα πράγματα. Δεν σκέφτομαι ποτέ τι είμαι, αν είμαι Αλβανός ή Ελληνας σκηνοθέτης. Απλώς μού έκανε κλικ ένα θέμα και βρέθηκα εκεί. Μπορεί κάτι άλλο να το γυρίσω εδώ. Η είδηση που διάβασα με έκανε να πάω στην Αλβανία και μού έγινε έμμονη ιδέα. Αλλωστε μια τέτοια ιστορία τοποθετημένη στην Ελλάδα δεν θα είχε την ίδια εντύπωση. Οι άνθρωποι εδώ είναι πιο ελεύθεροι. Εχουν ζήσει την ελευθερία τους. Στην Αλβανία τώρα τα πάντα είναι σε μια έκρηξη. Τώρα δοκιμάζονται. Φυσικά θέλω να κάνω μια ταινία και στην Ελλάδα. Κάποια στιγμή θα γίνει.

«Υπάρχουν τέσσερις αίθουσες στα Τίρανα»

– Πώς είναι ο κινηματογράφος στην Αλβανία;

– Για πολλά χρόνια υπήρχε κοινό, βλέπαμε τις ξένες ταινίες, κυρίως τις ιταλικές, γυρίζονταν και αλβανικές παραγωγές. Το σινεμά ήταν η εθνική μας λιποταξία. Μετά ήρθε η τηλεόραση και από το ’90 όλοι ήταν στραμμένοι στις δορυφορικές κεραίες. Ολες οι αίθουσες έγιναν μπίνγκο και τυχερά παιχνίδια. Για δέκα χρόνια δεν υπήρχε ούτε μία κινηματογραφική αίθουσα στα Τίρανα. Ευτυχώς τώρα ανοίγουν πάλι. Σήμερα υπάρχουν τέσσερις με όλο τον σύγχρονο εξοπλισμό.

– Θα πρέπει να είναι μεγάλη απογοήτευση για όσους ασχολούνται με το σινεμά να ζουν σε μια χώρα που δεν έχει ούτε μια αίθουσα!

– Είναι τελείως τρελό. Είναι ήρωες εκείνοι που παρέμειναν και έκαναν ταινίες εκεί, όπως μπορούσαν να τις κάνουν. Γι’ αυτό και η «Αμνηστία» είναι μια ταινία για τους φίλους μου που έμειναν εκεί και δεν έφυγαν. Είναι σαν να τους ζητάω συγχώρεση που εγώ έφυγα και εκείνοι έμειναν.

– Στην Αλβανία προβλήθηκε η «Αμνηστία»;

– Ναι, βγήκε τον Μάιο. Και δίχασε τον κόσμο. Και τον κόσμο του κινηματογράφου. Υπάρχει ακόμη η αντίληψη του παλιού σινεμά. Πολλούς τους ενόχλησαν οι ερωτικές σκηνές, που δεν έχουν και τίποτα προκλητικό.