ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η πτώση ενός κόσμου παράλογου

ΜΑΡΙΑ Α. ΙΩΑΝΝΟΥ

Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας

εκδ. Γαβριηλίδης

Μία βλεφαρίδα που πέφτει από ύψος ενός μέτρου και 65 εκατοστών είναι η κατάληξη και το πλέον εκτεταμένο διήγημα της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Μαρίας Α. Ιωάννου (Λεμεσός, 1982). Πριν, ένας άνδρας κατοικεί σε μία βαλίτσα 168 εκ., μία γυναίκα κολλάει τον εαυτό της στην καρέκλα και εν συνεχεία στο νεροχύτη γράφοντας, στέρνα ανθίζουν, βγάζουν κλαδιά και συναντούν στο δρόμο άλλους ανθρώπους επίσης ανθισμένους, ένας πολυέλαιος παρακολουθεί τις διεστραμμένες ερωτικές συνευρέσεις του ηλικιωμένου ιδιοκτήτη του με νεαρές γυναίκες, παθαίνοντας ηλεκτροπληξία και πέφτοντας ανάμεσα στις σεξουαλικές στάσεις, μια πόλη αναποδογυρίζεται, λέξεις εξαφανίζονται κ.ο.κ.

Ενας κόσμος υπαρκτός, αναγνωρίσιμος, μοντέρνος, ωστόσο όχι σε τόσο «φυσιολογική» και άνετη κατάσταση.

Το παράλογο υπήρξε πάντοτε η φόδρα του πράγματος. Η συγγραφέας αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως αέναη μετάβαση σε αυτό που όντως τείνει, στο «άλλο» που μπορεί να συμβεί, κι εν τέλει συμβαίνει. «Παράλογο χαρακτηρίζουμε αυτό που είναι απίθανο να συμβεί κι εντούτοις συμβαίνει, αυτό που είναι πιθανό να συμβεί, αλλά δεν συμβαίνει, το χαρακτηρίζουμε φυσιολογικό» (Γκάμπριελ Λάουμ), παραθέτει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Ετσι, το παράλογο εμφανίζεται ως η πλέον πιθανή εκδοχή του κόσμου και των πραγμάτων.

Ο κίνδυνος σε μια τέτοια αντιμετώπιση και λογοτεχνική μεταφορά του κόσμου είναι το γκροτέσκ. Η Μαρία Α. Ιωάννου δεν τον διατρέχει ούτε στιγμή. Η αφήγησή της κινείται με ειλικρίνεια, επιδεξιότητα, ισορροπία, φαντασία και βάθος. Η γλώσσα της, ώριμη, πυκνή, ελλειπτική, σημαίνουσα, πενθητική (περιέχοντας στο έπακρον τις ψυχοσωματικές σχέσεις της γενιάς της), εμβαθύνει στο παρόν και το παρελθόν με προσωπικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κάποτε στα όρια της απόστασης και της σωσίβιας ειρωνείας. Ο Φραντς Κάφκα, ο Σάμιουελ Μπέκετ και η Κασσάνδρα και ο Λύκος της Μαργαρίτας Καραπάνου της παραστέκουν αρχαγγελικά.

Τα διηγήματα της συλλογής θα μπορούσαν συγχρόνως να διαβαστούν ως ένα και το αυτόν. Οι ήρωες (χωρίς ιδιάζοντα χαρακτηριστικά, σχεδόν σημεία), τα φύλα και οι καταστάσεις που εναλλάσσονται συμβαίνουν σε ενιαίο χρόνο, σε μια ροή που συνέχει και μοιράζεται ό,τι έχει προηγηθεί και έπεται.

Από αυτήν την άποψη, η αφήγηση δεν διακόπτεται ούτε όταν τελειώνει ένα διήγημα και αρχίζει ένα άλλο, αλλά μάλλον ορίζεται από κενά διαστήματα, μικρές παύσεις, σιωπές και αναπνοές (που ούτως ή άλλως συναντάμε συνεχώς στο κείμενο) μετατοπίζοντας τα τεκταινόμενα λίγο πιο κει, λίγο πιο δω, στον ίδιο παράδοξο χώρο.

Η Μαρία Α. Ιωάννου έγραψε ένα λίαν αξιοπρόσεκτο πρώτο βιβλίο, το οποίο δεν έχει να κάνει σε τίποτα με ό,τι έχει γραφτεί ήδη από τη γενιά της.