ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η σκοτεινή ιστορία ενός αινιγματικού φόνου

LEO ΡΕRUΤΖ

Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας

μετ.: Ρόζα Ιωαννίδου

εκδ. Κίχλη

Είναι γνωστό πως στα γυρίσματα των κύκλων της λογοτεχνικής ιστορίας λάμπουν και σβήνουν, ως αστέρες, πολλοί συγγραφείς, κάτω από αδιευκρίνιστες και συχνά ανεξήγητες συνθήκες. Κι έπειτα, καθώς οι κύκλοι ανοίγουν, επανέρχονται και ούτω καθεξής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ξεχασμένου συγγραφέα που γνωρίζει σήμερα νέα δόξα είναι ο σύγχρονος και συντοπίτης του Κάφκα, Λέο Πέρουτς (1882-1957), γερμανόφωνος Αυστριακός Εβραίος, με ισπανικές ρίζες, που γεννήθηκε στην Πράγα, έζησε στη Βιέννη και κατέφυγε μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στην Παλαιστίνη. Αν συνεχίσουμε τον παραλληλισμό με τον διάσημο ομότεχνό του, θα δούμε ότι πέρα από την εποχή, την πόλη, την Πράγα, αλλά και τον ευρύτερο χώρο της Mitteleuropa, την εβραϊκότητα, το επάγγελμα και των δύο είχε να κάνει με τις ασφάλειες και οι μεταγενέστεροι δεν έπαψαν να τους συνδέουν – σβήνοντας τελικά, όπως αποδείχτηκε μετά τον πόλεμο, τον Πέρουτς, έστω και προσωρινά, από τον λογοτεχνικό χάρτη.

Και όμως, ο Λέο Πέρουτς υπήρξε ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς του Μεσοπολέμου, που δύσκολα χωρούσε στα γνωστά καλούπια της «υψηλής» και της «χαμηλής» λογοτεχνίας. Με έντονη ροπή προς το μεταφυσικό και το φανταστικό, ήταν μεγάλος παραμυθάς, λάτρευε ως μαθηματικός που ήταν το αίνιγμα και παρέμενε εξ επιλογής κλασικός στη φόρμα του. Πολλά έργα του Πέρουτς θυμίζουν παραμύθι, όπως ο «Σουηδός καβαλάρης», παραμένοντας πάντα έντονα στοχαστικά και, παρά την ιστορική ως επί το πλείστον κατεύθυνσή τους, σχολιαστικά του παρόντος, ακόμα και του διαφαινόμενου μέλλοντος του ανθρώπου, ενός μέλλοντος βυθισμένου στην παραφροσύνη, στο αίμα και στον θάνατο.

Η αφήγηση

Αποστασιοποιημένος από τα λογοτεχνικά πράγματα της εποχής του, αποσυρμένος και αρνούμενος να μιλήσει για τον εαυτό του και το έργο του, ο Πέρουτς διοχετεύει στην αφήγησή του, διανθισμένη με μπόλικα σχήματα του περιπετειώδους, του πικαρικού συχνά, του αστυνομικού μυθιστορήματος, το ζωηρό κέφι των καταθλιπτικών. Ξέρει ότι ο άνθρωπος δεν ελέγχει τη μοίρα του, όπως δεν τιθασεύει τα ένστικτά του και ότι η Ιστορία είναι αμείλικτη. Η κωμωδία όμως της ύπαρξης, όσο διαρκεί, πρέπει να παίζεται καλά, με συνέπεια και χωρίς δραματοποιήσεις, αλλά με κίνηση κι ανατροπές που να αποδίδουν τη βουή και τη μανία ενός μετέωρου -ή μήπως τελικά ασύλληπτου;- κόσμου.

Αυτή ακριβώς είναι και η οπτική και η προοπτική του μυθιστορήματος του Πέρουτς που σήμερα κρατά στα χέρια του ο Ελληνας αναγνώστης. Η αποκατάσταση του Πέρουτς δεν άρχισε φυσικά σήμερα. Ηδη μέσα στον πόλεμο, ο Μπόρχες φρόντισε για την έκδοση τριών έργων του, τα οποία και προλόγισε, χαρακτηρίζοντας τον Πέρουτς «περιπετειώδη Κάφκα». Τη σκυτάλη πήρε μεταπολεμικά η Γαλλία, όπου βραβεύτηκε μετά θάνατον το 1962 και όπου εδώ και μια δεκαπενταετία το έργο του επανεκδίδεται συστηματικά και βρίσκει φανατικούς αναγνώστες.

Μέσω Γαλλίας προφανώς μας ήρθε και το πρώτο του βιβλίο στα ελληνικά -η σύσταση, εννοώ-, από τις εκδόσεις Πόλις, το 1995 ήδη -την εποχή δηλαδή που η Γαλλία ανακάλυπτε και πάλι τον Πέρουτς και τον κατέτασσε μεταξύ των μεταμοντέρνων συγγραφέων- με το εξαιρετικό σπονδυλωτό μυθιστόρημα «Νύχτες κάτω από τη γέφυρα», δεκατέσσερις ιστορίες της Πράγας του 17ου αιώνα, η οποία στοιχειώνει τον συγγραφέα παρά το γεγονός ότι έζησε όλη του τη ζωή μακριά της. Σήμερα, έχουμε στα χέρια μας άλλο ένα έργο του Πέρουτς, σε μια πολύ φροντισμένη έκδοση από την Κίχλη, το οποίο εκδόθηκε το 1923, αναφέρεται στην ταραχώδη πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και στις παραμονές του Πρώτου Πολέμου και αναλάμπει από τις φωτιές μιας κόλασης που επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες.

«Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» είναι η σκοτεινή ιστορία ενός φόνου, και υπό την έννοια αυτή ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο ίδιος ο Πέρουτς, όμως, αρνιόταν κατηγορηματικά κάθε τέτοιο χαρακτηριστικό, τον οποίο με πολλή αγάπη προσέδιδαν στο έργο του σημαίνοντες κριτικοί. Είναι χαρακτηριστική η απάντησή του στον Αντόρνο, που χαρακτήρισε τον «Μαιτρ» σημαντικό μυθιστόρημα αγωνίας: Δεν γράφω μυθιστορήματα αγωνίας. Κι ας είναι γεμάτα αγωνία τα έργα του, ειδικά ο «Μαιτρ», και άγχος υπαρξιακός, αυτό το angst συνδέεται δομικά με τη βίωση της εβραϊκότητας στον Μεσοπόλεμο και ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη – από τον Κάφκα ώς τον Μάλερ και τόσους άλλους.

«Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας» στηρίζεται σε έναν φόνο, την ιστορία του οποίου αφηγείται ο πρώτος ύποπτος για τη διάπραξή του. Ο βαρώνος Φον Γιος, αξιωματικός του αυστριακού ιππικού, πηγαίνει να παίξει μουσική δωματίου στο σπίτι ενός φίλου του ηθοποιού, που έχει παντρευτεί τη γυναίκα που ο Φον Γιος αγάπησε παράφορα. Κάποια στιγμή, ο ηθοποιός Μπίσοφ φεύγει από το δωμάτιο και λίγο αργότερα βρίσκεται νεκρός στο περίπτερο του κήπου, με την πόρτα κλειδωμένη από μέσα, την πίπα του βαρώνου Φον Γιος στο τραπέζι, όπως θα αποκαλυφθεί αργότερα, και μια έκφραση απέραντου τρόμου ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Το μυστικό

Την ιστορία αφηγείται ο βαρώνος Φον Γιος, μην παραλείποντας την αναφορά στις υποψίες που τον βαραίνουν, λόγω του έρωτά του για τη γυναίκα του τεθνεώτος. Μια σειρά από παρόμοιες δολοφονίες περιπλέκει την υπόθεση, την οποία προσπαθεί να εξιχνιάσει τόσο ο Γιος όσο και ένας άλλος φίλος του ηθοποιού, επίσης στρατιωτικός, που πληρώνει πολύ ακριβά την περιέργειά του. Η απάντηση στο μυστικό βρίσκεται τελικά στην πίπα πάνω στο τραπέζι, λέει ο Γιος, κι έχει να κάνει με μια αποκρυφιστική ιστορία του παρελθόντος, ένα ξόρκι κι ένα φίλτρο μαγικό, ένα χρώμα κόκκινο «του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς», μια υπόσχεση που διασχίζει τους αιώνες πλανεύοντας τους καλλιτέχνες που βιώνουν τη δύση του ταλέντου και το στόμωμα της έμπνευσής τους. Υπάρχει άραγε φάρμακο για την πραγματοποίηση της πλέον παράφορης επιθυμίας, αυτής που σχετίζεται με τη δημιουργία; Κι αν υπάρχει είναι μόνο φάρμακο, ή μαζί και φαρμάκι;

Αυτό καλείται να ανακαλύψει ο αναγνώστης, όπως επίσης και να διαμορφώσει τη δική του άποψη για τα γεγονότα, μέσα από τον πολλαπλασιασμό των φωνών και την απροσδιοριστία που καλύπτει το προβαλλόμενο ως πραγματικό, δεξιοτεχνικά μπολιασμένο με το φανταστικό, και δη το γοτθικό. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα αγωνίας, ως σασπένς, ως επιθανάτιου ρόγχου, ως άγχους – ανησυχίας μιας ολόκληρης κοινωνίας μπροστά στα σύννεφα του πολέμου που πυκνώνουν πάνω από την Ευρώπη, αλλά και του ανθρώπου που δεν παραδέχεται τα όριά του από τη μία και δεν αντέχει τις ενοχές από την άλλη. Ενα ιδιαίτερο μυθιστόρημα από έναν συγγραφέα που αξίζει να τον ανακαλύψουμε.