ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κλασικοί με νέο ένδυμα

ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ

Αδελφοί Καραμάζοφ

μετ.: Ελένη Μπακοπούλου

εκδ. Ινδικτος

Συχνά ο αναγνώστης νιώθει την ανάγκη να επανέλθει στους μεγάλους κλασικούς, κι αυτή η επιθυμία ενεργοποιείται από την εμφάνιση μιας νέας μετάφρασης. Ξανανοίγοντας έπειτα από χρόνια τους «Αδελφούς Καραμάζοφ», στη νέα πρόσφατη μετάφρασή τους, περίμενα να ξανανιώσω το ρίγος της πρώτης συνάντησης με το έργο του Ντοστογιέφσκι, της πρώτης νεανικής ανάγνωσης, και δεν απογοητεύτηκα.

Τους «Αδελφούς Καραμάζοφ», το τελευταίο μυθιστόρημά του, ο Ντοστογιέφσκι τους οραματίστηκε ως κορύφωση της τέχνης του. «Αυτό το μυθιστόρημα», γράφει σε κάποια επιστολή, «είναι όλες οι προσδοκίες μου και η ελπίδα της ζωής μου». Πράγματι, εμφανίζεται εδώ πιο ώριμος από κάθε προηγούμενο έργο του, συνθέτει και εξελίσσει όλες τις προηγούμενες κατακτήσεις του. Μυθιστόρημα φιλοσοφικό, όπου αναπτύσσονται ζητήματα όπως η θρησκεία και η ηθική, το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης και της λογικής, και ταυτόχρονα βαθιά ψυχολογικό, ανατομία του ανθρώπινου χαρακτήρα. Αλλά και μυθιστόρημα με αστυνομική σχεδόν πλοκή, που κρατά από την αρχή ώς το τέλος αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, και συνάμα μυθιστόρημα που διαρκώς πειραματίζεται με τη φόρμα και τους τρόπους αφήγησης, και που τη μοναδική αξία του αναγνώρισαν, μεταξύ άλλων, ο Φρόιντ, ο Αϊνστάιν, αλλά και ο σημερινός Πάπας.

Πατροκτονία

Στο κέντρο της πλοκής η οικογένεια Καραμάζοφ -ο πατέρας, ενσάρκωση του απόλυτου Κακού και ταυτοχρόνως ένας «παλιάτσος» όπως αυτοπροσδιορίζεται, οι τρεις νόμιμοι γιοι του (Ντμίτρι, Ιβάν και Αλιόσα) και ένας πιθανός νόθος (Σμερντιακόφ) -, δύο γυναίκες (Γκρούσενκα, Κατερίνα Ιβάνοβνα), μήλον της Εριδος μεταξύ πατέρα και γιου η μία, μεταξύ των δύο από τους αδελφούς η δεύτερη, κι ένας γέροντας μοναχός, ο πατέρας Ζωσιμάς. Γύρω τους, ένας σμήνος δευτερευόντων προσώπων. Κόμβος της πλοκής, η πατροκτονία, τόσο ως έγκλημα που διαπράττεται στο μέσον του μυθιστορήματος όσο και ως επιθυμία, πειρασμός για όλους τους αδελφούς. «Ποιος δεν επιθυμεί τον θάνατο του πατέρα του;», αναφωνεί στο δικαστήριο ο Ιβάν, εξηγώντας έτσι την ιδιαίτερη εκτίμηση του Φρόιντ.

Μυθιστόρημα που κρατά τον αναγνώστη του με κομμένη την ανάσα τόσο στα πιο ρεαλιστικά του σημεία, εκεί όπου οι ήρωες ξεσπούν σε δάκρυα ή σε οργισμένα λόγια, που αλλάζουν γνώμη, αγκαλιάζονται, φιλιούνται ή γονατίζουν ο ένας μπροστά στον άλλον, όσο και στις πιο φιλοσοφικές στιγμές του, όπου συνδιαλέγονται για τα υψηλά. Και μόνο για τον μονόλογο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή προς τον Χριστό, ένα από τα πιο καίρια και γοητευτικά κείμενα για την ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης και τις θρησκείες, αξίζει κανείς να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει τους «Αδελφούς Καραμάζοφ».

Το στοίχημα

Αν για τα πρωτότυπα λογοτεχνικά έργα ο χρόνος αποτελεί το μέτρο της αξίας τους, οι μεταφράσεις πάντα παλιώνουν. Και όσο περισσότερο ξαναμεταφράζεται ένα βιβλίο τόσο επιβεβαιώνεται η θέση του στον κανόνα των «κλασικών». Οχι τόσο προς αναζήτηση μιας ενδεχόμενης καλύτερης μετάφρασης όσο με σκοπό τη διαρκή επικαιροποίησή του, την επανενεργοποίησή του μέσω της γλώσσας του εκάστοτε παρόντος, το άνοιγμά του σε νέες αναγνώσεις.

Στα ελληνικά ο Ντοστογιέφσκι, μεταξύ άλλων μεταφραστών, ευτύχησε να μεταφραστεί σχεδόν στο σύνολό του από τον Αρη Αλεξάνδρου. Απ’ αυτόν γνωρίσαμε και αγαπήσαμε τον Ντοστογιέφσκι, και με τις μεταφράσεις του έρχονται να αναμετρηθούν οι νέες μεταφράσεις της Ελένης Μπακοπούλου.

Ο νεότερος μεταφραστής βρίσκεται πάντα σε πιο πλεονεκτική θέση από τον παλαιότερο. Στη διάθεσή του έχει νέες, πιο πλήρεις, καλύτερα σχολιασμένες κριτικές εκδόσεις και μελέτες αλλά κι αυτή την προηγούμενη επιτυχημένη μετάφραση. Ομως εδώ οι πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις γίνονται στο επίπεδο της γλώσσας.

Γλώσσα-διακήρυξη

Ο Αρης Αλεξάνδρου μεταφράζει στην εκδοχή της δημοτικής που θα αποκαλούσαμε «γλώσσα της ελληνικής μεταπολεμικής Αριστεράς», μια γλώσσα προγραμματική, γλώσσα-διακήρυξη, που ωστόσο, όπως κάθε όπλο αγώνα, αμβλύνεται όταν τα πάθη καταλαγιάζουν. Ετσι, αν ο Αλεξάνδρου καταφέρνει να χειριστεί ένα εργαλείο δύσκολο, με πολλούς περιορισμούς, για τον σημερινό αναγνώστη η γλώσσα του παραπέμπει σε μια άλλη εποχή. Από την άλλη, οι μεταφράσεις της Μπακοπούλου, προϊόν της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, εμφανίζονται πιο απενοχοποιημένες ως προς τις γλωσσικές τους επιλογές και απολαμβάνουν μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης στο γλωσσικό φάσμα της ελληνικής γλώσσας.  Κι αυτή η ελευθερία επιτρέπει να αποδοθεί καλύτερα ένα από τα κομβικά χαρακτηριστικά του ντοστογιεφσκικού ύφους, η «πολυφωνία».

Στις νέες μεταφράσεις, επίσης, ο αναγνώστης αναγνωρίζει καθαρότερα τον μανιώδη αναγνώστη Ντοστογιέφσκι και διακρίνει τις αναγνωστικές του εμμονές αλλά και τις γαλλικές και γερμανικές πηγές απ’ όπου αντλούσε ιδέες και αφηγηματικούς τρόπους.

Σχεδόν κάθε γενιά χρειάζεται τις δικές της μεταφράσεις των κλασικών αριστουργημάτων, και στην περίπτωση του Ντοστογιέφσκι, όσοι είχαμε την τύχη να γευτούμε τους χυμούς και των παλαιότερων και των νέων μεταφράσεων είμαστε διπλά κερδισμένοι.