ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Βισουάβα Σιμπόρσκα, η ποιήτρια που αναζητούσε τη λέξη

ΑΠΩΛΕΙΑ. «Δεν υπάρχει ζωή που/ να μην είναι αθάνατη/ έστω και για μια ελάχιστη στιγμή./ Ο θάνατος φτάνει πάντα καθυστερημένος μετά από εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή».

Αλαφροπατώντας, πολύ μετά το πέρασμά της στην αθανασία ήρθε ο θάνατος και πήρε, προχθές το βράδυ στον ύπνο της, την μεγάλη Πολωνή ποιήτρια, Βισουάβα Σιμπόρσκα. Η κάτοχος του βραβείου Νομπέλ Λογοτεχνίας 1996 υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες ποιητικές φωνές της εποχής μας.

Με το ήρεμο και αθόρυβο φευγιό της -ίδιο με ψιθύρισμα, σαν την ποίησή της- η Σιμπόρσκα άφησε πίσω της ένα μικρό σε έκταση (λιγότερα από 250 ποιήματα), μα εξαιρετικά μεστό σε νόημα, ανυπέρβλητης εκφραστικής κομψότητας ποιητικό έργο. Οπως ανέφερε η ίδια «δανείζομαι λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθώ να τις κάνω να δείχνουν ελαφρές». Η Σιμπόρσκα, η οποία επηρεάστηκε βαθιά από τον συμπατριώτη της Τσέσλαβ Μίλος, συνθέτει, μαζί με τον Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και τον Ταντέους Ρουζέβιτς την κορυφαία μεταπολεμική τριάδα της αποκαλούμενης «Πολωνικής σχολής της ποίησης». Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πάμπολλες γλώσσες όπως εβραϊκά, ουγγαρέζικα, αραβικά, κινέζικα και γιαπωνέζικα.

Γεννημένη το 1923 στο Πρόβεντ (μετέπειτα τμήμα της πόλης Κούρνικ της επαρχίας Πόζναν) της Πολωνίας, η Σιμπόρσκα έζησε μετά τα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία. Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο διάσημο πανεπιστήμιο της πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα γράμματα το 1945 με το ποίημα «Αναζητώντας μια λέξη». Η πρώτη της συλλογή (1949) δεν πέρασε από τη λογοκρισία, καθώς «δεν εξέφραζε αρκούντως τα σοσιαλιστικά ιδεώδη». Παρ’ όλα αυτά όμως, εκείνη παρέμεινε πιστή στην επίσημη ιδεολογία γράφοντας μάλιστα υμνητικά ποιήματα για τον Στάλιν, τον Λένιν και τον Σοσιαλισμό.

Οπως πολλοί κομμουνιστές διανοούμενοι απομακρύνθηκε από την επίσημη γραμμή του κόμματος (συνδεόμενη με αντικαθεστωτικούς Πολωνούς του Παρισιού), με το οποίο ήρθε οριστικά σε ρήξη το 1966. Εκτοτε η ποίησή της, αν και δεν απώλεσε ποτέ τον έντονο πολιτικό της χαρακτήρα, απέκτησε μεγαλύτερο υπαρξιακό βάθος. Αργότερα αποκήρυξε τις δύο πρώτες, σαφώς στρατευμένες, ποιητικές της συλλογές, ως υπερβολικά επηρεασμένες από το κλίμα του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού». Το 1957 στο «Το κάλεσμα του Γιέτι» συγκρίνει τον Στάλιν με τον αποτρόπαιο Χιονάνθρωπο των Ιμαλαΐων.

Από το 1953 ώς το 1981 εργάστηκε ως αρθρογράφος στο περιοδικό «Zycie Literackie» (Λογοτεχνικός Βίος), γράφοντας δοκίμια για ξένους και Πολωνούς ποιητές, που κυκλοφόρησαν αργότερα σε βιβλίο. Συνολικά εξέδωσε τέσσερις συλλογές δοκιμίων. Κατά τη δεκαετία του ’80 ενέτεινε την αντιπολιτευτική της δράση γράφοντας με το ψευδώνυμο «Stanczykowna» στο σαμζντάτ περιοδικό «Αρκα» και στο περιοδικό «Kultura» που εκδιδόταν στο Παρίσι. Την ίδια περίοδο μετέφρασε έμμετρη μπαρόκ γαλλική ποίηση στα πολωνικά, κυρίως τον Αγριππά ντ’ Ομπινιέ.

Το 1963 τιμήθηκε με το Πολωνικό Βραβείο για την Τέχνη, το 1991 με το Βραβείο Γκαίτε, το 1995 με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας και το Βραβείο Χάρντερ.

Η ποίησή της εντάσσεται στο αυλάκι της μεγάλης κλασικής ευρωπαϊκής ποίησης, η οποία επιζητεί αενάως την αρμονία στον στίχο, αποφεύγοντας τις γλωσσικές υπερβολές. Το εξαιρετικό εικονοπλαστικό ποιητικό της έργο σκιαγραφεί με εξαιρετική σαφήνεια και λεπτομέρεια την πεζή καθημερινότητα στην οποία αντιπαραθέτει έναν υπόγειο φιλοσοφικό στοχασμό, προσδίδοντάς της ένα αιφνιδιαστικά μεγάλο υπαρξιακό βάθος. Το εκλεπτυσμένο χιούμορ και η αιχμηρή ειρωνεία αποτελούν θεμελιώδη χαρακτηριστικά μιας βαθιά ανθρώπινης ποιητικής φωνής που χρησιμοποιεί ως βασικά όπλα του ποιητικού της οπλοστασίου το παράδοξο και την αντίφαση για να περιγράψει έναν κόσμο που δοκιμάζεται από τον πόνο, τη φρίκη, το μίσος, τη βλακεία, την τρομοκρατία και τα βασανιστήρια. Η ποίησή της επιδιώκει συχνά να εκφράσει μια έντονη πίστη, μακριά από κάθε δογματισμό, αναδεικνύοντας τη συνείδηση σε υπέρτατη αξία. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί ποιήματά της από τις εκδόσεις «Δωδώνη».