ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Δύσκολη η τέχνη της αλαλίας

ΦΡΑΝΤΣ ΞΑΒΕΡ ΚΡΕΤΣ

Stallerhof

σκην.: Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος

Θέατρο: Θέατρο του Νέου Κόσμου

Αν εξαιρέσω έργα της Σάρας Κέιν, ιδίως σε παραστάσεις του Λευτέρη Βογιατζή, μόνο μία ακόμη φορά στη ζωή μου έχω δεχτεί μπουνιά στο στομάχι από έργο και παράσταση. Ηταν το Stallerhof στο Αμβούργο (Ιούνιος 1972) σε σκηνοθεσία Ούλριχ Χάιζινγκ με Μπέπι την πρωτοεμφανιζόμενη τότε Εύα Μάτες. Για φοιτητριάκι -ακόμη και της θεατρολογίας- καταγόμενο από τη συντηρητική και χουντοκρατούμενη Ελλάδα η λεκτική ένδεια από τη μια και η σωματο-λειτουργική, ανενδοίαστη έκθεση της ανθρώπινης φύσης από την άλλη ισοδυναμούσε, ακόμη και μετά τον Μάη του ’68, με καθαρή βία αλλά και με βίαιη συνειδητοποίηση ποιες καθημερινές αφασίες μπορούν να την πυροδοτήσουν.

Σαράντα χρόνια αργότερα, βλέποντας ξανά το έργο στη σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου αναρωτιέμαι τι φταίει και δεν ταράζομαι. Γιατί το έργο δείχνει εκτός εποχής και κλίματος, ενώ δεν είναι; Εποχιακός εργάτης, λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του, αφήνει έγκυο την καθυστερημένη, έφηβη κόρη του ζεύγους των αγροτών όπου εργάζεται. Ο πατέρας τον εκδικείται σκοτώνοντας τον σκύλο του, μοναδικό φίλο, υποτακτικό και περιουσιακό του στοιχείο. Στη συνέχεια, το ζευγάρι προσπαθεί απελπισμένα να ξεφορτωθεί «το παιδί με το παιδί ή το παιδί μέσα στο παιδί», πράγμα που λίγο η θρησκεία λίγο η ανέλπιστη άνθηση μιας αχτίδας ανθρωπιάς τελικά το αποτρέπει. Ετσι το έργο, στην τελευταία, υπέροχη σκηνή λίγο πριν από τις ωδίνες γέννας της Μπέπι, αποκτά ανέλπιστα μιαν αισιόδοξη ρωγμή μέσα στο έρεβος. Τι φταίει λοιπόν και το έργο δεν με πείθει;

Χρειάστηκε να καταφύγω στο πρωτότυπο και στη σύγκριση με την ελληνική απόδοση της βραβευμένης μεταφράστριας Κοραλίας Σωτηριάδου για να καταλάβω πως φταίει ο λόγος. Για την ακρίβεια οι μεταφραστικές επιλογές πάνω στη βαυαρέζικη διάλεκτο που γράφει ο Κρετς. Θεμιτή η επιλογή να μη μεταφερθεί σε κάποιο δικό μας ιδίωμα το έργο. Ομως, πόσο στραγγαλιστική είναι για το κλίμα, την πνοή, τα πρόσωπα του έργου η επιλογή μιας εκλογικευμένης, αστικοποιημένης γλώσσας δίχως ίχνος λαϊκής χροιάς; Λείπει εντελώς η μυρωδιά της κοπριάς και της σάρκας, η ιθαγένεια των συγκοπτόμενων λόγων αλλά κυρίως των σιωπών τους. Ιθαγένεια όχι τόπου βέβαια, αλλά τάξης και αποκλεισμού. Η μετάφραση «διόρθωσε» ακόμη και τις συντακτικές μεταθέσεις που δίνουν στον έτσι κι αλλιώς παγωμένο λόγο μια σταλιά συναισθηματικής εξωτερίκευσης.

Να επιδίωκε αυτή η ουδετεροποίηση έναν λόγο πασπαρτού, που θα ταίριαζε στις «γκρίζες ζώνες και του δικού μας σήμερα, όπου η δυστυχία δεν χωράει πια στο περιθώριο κι έχει καταλάβει το κέντρο της σκηνής», όπως σημειώνει στο πρόγραμμα ο σκηνοθέτης; Νομίζω, ένας λόγος λαϊκός και ατελής αλλά όχι αποστειρωμένος θα βοηθούσε περισσότερο. Ακόμη και στη διαφοροποίησή του από τον άλλο λόγο, τον απορρέοντα από τους τίτλους και τα στερεότυπα λαϊκών φυλλάδων, τηλεοπτικών εκπομπών ή εκκλησιαστικού λόγου.

Στο Stallerhof είναι εξίσου σημαντικό ό,τι συμβαίνει και ό,τι δεν συμβαίνει. Ο,τι αρθρώνεται και ό,τι δεν αρθρώνεται. Μέσο για όλα, οι παύσεις και οι σιωπές, που συγκίνησαν και τον σκηνοθέτη. Οι σιωπές για να συμβούν, όμως, για να ‘ναι εύγλωττες και συνταρακτικές πρέπει να είναι συναρτήσεις κάποιων φράσεων που προηγήθηκαν και κάποιων που θα ακολουθήσουν. Συμπεραίνω πως η σκηνοθεσία θα ήταν διαφορετική έχοντας ως παρτιτούρα έναν διαφορετικό λόγο, όπως και το παίξιμο των καλών ηθοποιών Μάνου Βακούση, Μαρίας Καλλιμάνη, Κώστα Τριανταφυλλόπουλου.

Οφείλω να συγχαρώ τη σκηνοθεσία για την άψογη αισθητική των γυμνών σκηνών κι εκείνων με τις ταπεινότερες των ταπεινών, ανθρώπινες λειτουργίες. Από κει και πέρα μπορεί να ενόχλησε κι εμένα το νατουραλιστικό σκηνικό, ο ψεύτικος αντί ζωντανού, σκύλος, τα μπες-βγες των φροντιστών σκηνής, το παιδικό φουστανάκι, και το άτεχνο στήσιμο της Μπέπι στην αρχή. Ολα όμως τα λησμόνησα μπροστά στην τελευταία, συγκλονιστική σκηνή όπου η κραυγή και η απαράμιλλη έκφραση της Αμαλίας Αρσένη αποκάλυψαν την προβληματική του συγγραφέα, τις προθέσεις του σκηνοθέτη, το ταλέντο και τις δυνατότητες μιας νέας, τολμηρής ηθοποιού.