ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα θέατρα ρεπερτορίου στο κόκκινο

Στην εκπνοή του Ιανουαρίου ο Αντώνης Αντύπας ανακοίνωσε την αναστολή λειτουργίας του Απλού Θεάτρου. Ηταν ένα μικρό σοκ για τη θεατρική Αθήνα, γιατί όλοι αναγνώρισαν στο δραματικό «δεν πάει άλλο» του γνωστού σκηνοθέτη μια φέτα της δικής τους αγωνίας.

Ηταν αναμενόμενο: τα θέατρα ρεπερτορίου στο ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον που έχει προκύψει στη χώρα τα τελευταία δύο χρόνια και χωρίς επιχορήγηση τη χρονιά που πέρασε (επανακαθορίστηκε το θεσμικό πλαίσιο μέσω του μητρώου πολιτιστικών φορέων, ενώ όσα χρήματα δόθηκαν αφορούσαν «χρωστούμενα» από το 2009 και το 2010) αντιμετωπίζουν περισσότερο από κάθε άλλη φορά το φάσμα της επιβίωσης.

Ο Δημήτρης Τάρλοου, από τους νεότερους ανθρώπους που τόλμησαν να στήσουν θέατρο ρεπερτορίου από την αρχή (με το θέατρο Πορεία στην πλατεία Βικτωρίας), είναι σαφής. «Η κατάσταση είναι οριακή. Αν δεν βρω τουλάχιστον 50.000 ευρώ από κάποιον ιδιώτη χορηγό είμαι υποχρεωμένος να αναστείλω τη λειτουργία του θεάτρου».

Το «παράδοξο» στην περίπτωση των θεάτρων ρεπερτορίου (τουλάχιστον των περισσοτέρων) είναι ότι έχουν ένα σταθερό, πιστό κοινό. Γιατί ένα θέατρο που κάνει εισιτήρια δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα χώρις την κρατική επιχορήγηση;

Ο Αντώνης Αντύπας μάς λύνει τις απορίες. Στο Απλό Θεάτρο υπάρχουν δύο σκηνές: η «μεγάλη», χωρητικότητας 180 θεατών και η «μικρή» 120 θεατών. «Οταν λέμε ότι το Απλό είχε το κοινό του δεν σημαίνει πως και οι δύο αίθουσες γέμιζαν κάθε χρόνο. Σπάνια είχαμε ταυτόχρονα δύο εισπρακτικές επιτυχίες μέσα στην ίδια σεζόν». Γιατί δεν αναζητήθηκαν άλλες πηγές εσόδων; «Πάντα είχαμε χορηγούς, αλλά σήμερα δεν είναι καθόλου εύκολο. Πόσω μάλλον όταν δεν βοηθάει το φορολογικό καθεστώς περί χορηγιών».

Αλλά η είδηση για την αναστολή λειτουργίας του Απλού Θεάτρου δεν βρήκε κανέναν απροετοίμαστο. Το θέατρο Αμόρε, ίσως το πιο ριζοσπαστικό θεατρικό εγχείρημα στην Αθήνα της δεκαετίας του ’90, ταυτισμένο με τον σημερινό καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Γιάννη Χουβαρδά, έκλεισε τον Μάιο του 2008 ύστερα από 17 χρόνια έντονης παρουσίας. Πώς τα έβγαζε το Αμόρε με μόνιμο προσωπικό 11 ανθρώπους και επτά παραγωγές τον χρόνο; «Ρωτήστε τον κύριο Χουβαρδά. Αλλά οι πάντες γνωρίζουν ότι έβαζε από την τσέπη του. Ετσι επιβίωσε 17 χρόνια το θέατρο».

«Προσπαθούμε»

Ο Θόδωρος Τερζόπουλος είναι μια πολύ ξεχωριστή ιστορία στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Την ημέρα που τον επισκέπτομαι στην έδρα του θεάτρου Αττις που ίδρυσε ο ίδιος σε ένα ωραίο παλιό σπίτι της οδό Λεωνίδου, στα κάπως ασαφή όρια ανάμεσα στην Ομόνοια και το Μεταξουργείο, παρατηρώ μια παρέα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κάτι λένε σε ύφος κάπως συνομωτικό. Ναρκωτικά. «Οσοι είμαστε εδώ σ’ αυτές τις γειτονιές και κάνουμε κάτι, προσπαθούμε να κάνουμε κάτι, να κρατήσουμε το θέατρό μας ανοιχτό, αντιμετωπίζουμε την εχθρότητα του κράτους, όχι αδιαφορία, εχθρότητα».

Ο γνωστός σκηνοθέτης μού αφηγείται την ιστορία της ομάδας του που ξεκίνησε πριν από 27 χρόνια. Σε αυτό το διάστημα επιχορηγήθηκε για τέσσερις σεζόν. «Εμείς ξεκινήσαμε με τις «Βάκχες» που ήταν μεγάλη επιτυχία». Τόσο μεγάλη επιτυχία που παρουσιάστηκει σε 400 παραστάσεις σε όλα τα πλάτη και τα μήκη του πλανήτη, Ευρώπη, Ασία, Αμερική. «Τα πρώτα δέκα χρόνια επιβιώσαμε χάρη σε αυτήν την επιτυχία. Αλλά πώς ήρθε η επιτυχία: δουλεύαμε γι’ αυτό το έργο εννέα μήνες, ναι, πρόβες εννέα μήνες, κλεισμένοι σε ένα κοινόβιο. Εκεί ζούσαμε, εκεί μαγειρεύαμε, εκεί κοιμόμασταν. Επιμένω στην έρευνα. Με 20 ημέρες πρόβες ή έναν μήνα έρευνα δεν γίνεται. Τουλάχιστον 3, 4 ή 5 μήνες. Στην οικονομική μας ανεξαρτησία βοήθησε ότι έκανα κι ένα άλλο επάγγελμα που μου επέτρεπε να συντηρώ την ομάδα».

Τα χρήματα που έλαβε μετά το 2007 το θέατρο Αττις δεν επαρκούν στη διάρκεια των 27 χρόνων λειτουργίας του ούτε για να καλύψουν το ΙΚΑ των ηθοποιών. «Λειτουργούμε απολύτως επαγγελματικά. Πληρώνουμε πρόβες, δώρα, επιδόματα αδείας, εκτός έδρας, ασφαλιστικές εισφορές». Επομένως; «Δεν μπορούμε να βγούμε έτσι, όταν επιπλέον τώρα έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τη φορολογική επιθετικότητα του κράτους. Αν δεν θέλουν να μας δίνουν επιχορηγήσεις υπάρχουν τρόποι για να δείξουν ότι ενδιαφέρονται. Ας μας απαλλάξουν από το ΙΚΑ, για παράδειγμα. Υπάρχουν τρόποι. Διαφορετικά…». Διαφορετικά; «Διαφορετικά θα καταλήξουμε σαν την Κολομβία». Την Κολομβία τη γνωρίζει καλά ο Θεόδωρος Τερζόπουλος, έζησε εκεί για κάποιο διάστημα. «Στην Μπογκοτά όσο υπήρχαν κάποια χρήματα στήριζαν όσο μπορούσαν κάποιους θιάσους ρεπερτορίου. Σιγα σιγά όμως, όσο χειροτέρευε η οικονομική κατάσταση (και η Ελλάδα του σήμερα μού θυμίζει Κολομβία του ’80), οι θεατρικές ομάδες έσβηναν μια μια και έμειναν μόνο κάποιοι μεγάλοι οργανισμοί, πολιτιστικά κέντρα και ιδρύματα που μετακαλούσαν σχήματα από το εξωτερικό ή έκαναν και 2 – 3 παραγωγές, μουσικές και θεατρικές, μέσα στη σεζόν. Θέλουμε να συμβεί και στην Αθήνα το ίδιο;». Εύχεται στους νέους ανθρώπους που αγαπούν το θέατρο να παλέψουν για την τέχνη τους. «Ας μην πληρώνονται στην αρχή, να δουλέψει ο ρεφενές και ας προσπαθήσουν να φτιάξουν κάτι που να είναι αυθεντικό. Κι εμείς έτσι αρχίσαμε. Εψαχνα για κάτι που να μην υπάρχει. Βρήκα μια πατέντα. Και μετά μπόρεσα να απευθυνθώ σε χιλιάδες μακριά και πέρα από την Ελλάδα. Ας ξεφύγουν από τον τοπικό ρεαλισμό. Δεν θα το αγοράσει κανείς ξένος. Αν θέλεις να αγοράσεις Αρμάνι θα πας στο Μιλάνο, όχι στην Αγία Βαρβάρα».

Θέατρο με κάθε μέσο

«Πάμε μήνα – μήνα», μου λέει ο Δημήτρης Τάρλοου. Τι κι αν ο «Αμερικάνος Βούβαλος» που παίζεται αυτές τις ημέρες στο Πορεία τα πηγαίνει πολύ καλά; «H πληρότητα είναι άνω του 60%, επιβιώνουμε με τα εισιτήρια, ενώ ταυτόχρονα καλύπτουμε και μια «μαύρη τρύπα» από την προηγούμενη σεζόν. Αλλά δεν υπάρχουν χρήματα για να μπορούμε να προγραμματίσουμε την επόμενη χρονιά. Και δεν έχουμε να πληρώσουμε και ενοίκιο!» Το μέσο κόστος παραγωγής για μια παράσταση στο Πορεία είναι 100.000 ευρώ, αλλά με ολιγοπρόσωπο θίασο, όχι περισσότερους από τρεις ηθοποιούς. Ο Δημήτρης Τάρλοου δεν δέχεται ότι τα επιχορηγούμενα θέατρα επιβάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό. «Συνολικά έχουμε επιστρέψει τα λεφτά στο κράτος και με το παραπάνω. Μέσω της απόδοσης του ΦΠΑ, πληρώνοντας τις ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ, μέσω της δουλειάς που δίνουμε σε τόσους ανθρώπους».

Πώς «έβγαινε» μέχρι τώρα; «Οταν τα πράγματα ήταν καλύτερα ό, τι μου περίσσευε τα έδινα, αλλά θέλω να σας πω κάτι: θέατρο γίνεται με δύο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Θα συνεχίσουμε να κάνουμε θέατρο με όσους τρόπους υπάρχουν. Οι άνθρωποι της τέχνης θα σταθούμε εμπόδιο στην κατρακύλα. Οσοι ασχολούνται σοβαρά με το θέατρο και δεν έφτιαξαν βίλες, ανάλωσαν τη ζωή τους μέσα στην τέχνη, είτε προέρχονται από αστικές οικογένειες είτε από εργατικές είτε από αγροτικές, θα σταθούν εμπόδιο στο να περάσει η εικόνα μιας χώρας με γκαρσόνια και κουκουλοφόρους που ρημάζουν την Αθήνα και στο τέλος απομένουν με το Μπάντμιντον και τους Συμπέθερους από τα Τίρανα».